Μου πήρε 35 χρόνια για να το καταλάβω, αλλά είμαι σίγουρη πλέον: κύρια αιτία των δεινών μου είναι ότι δεν πατάω γερά στη γη! Μερικές φορές πατάω με το ένα πόδι μόνο -το άλλο βρίσκεται σε κάποιο παράλληλο σύμπαν- αλλά τις περισσότερες αεροβατώ και η "σύνδεσή" μου με το έδαφος είναι εξαιρετικά δύσκολη (καταλαβαίνω όμως πολύ καλά πώς αισθάνονται οι αστροναύτες όταν αιωρούνται μέσα στα διαστημόπλοια λόγω της έλλειψης βαρύτητας).
H αδυναμία αυτή να ισορροπήσω επάνω στη γη και να αποδεχθώ την ταυτότητά μου (whatever that means!) εκδηλώθηκε νομίζω από την πρώτη κιόλας στιγμή που ήρθα στον κόσμο.
Γεννήθηκα στενοχωρημένη και παραπονιάρα, με τα δάκρυα μόνιμο αξεσουάρ στα μάτια μου, σαν να μην ήθελα να είμαι εδώ, λες και είχα επιλέξει λάθος στάση για να κατέβω. Ίσως αυτό να οφειλόταν στο ότι καθ' όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της η μητέρα μου περνούσε μια ψιλοκατάθλιψη κι εγώ είχα συντονιστεί με τις αρνητικές δονήσεις της, ή στο ότι η ψυχή μου για κάποιο λόγο άλλαξε γνώμη για τη συγκεκριμένη ενσάρκωσή της, αλλά ήταν πια πολύ αργά για να αναστρέψει τις διαδικασίες.
Μπορεί ακόμα οι Μοίρες που επισκέπτονται τα νεογέννητα στην κούνια τους να διαφώνησαν πάνω από το κεφάλι μου και να άφησαν μισές τις ευχές τους -κι ίσως εγώ κάτι να ψυχανεμίστηκα και να έμεινα αιώνια παραπονεμένη... Ή υπάρχει η πιθανότητα κάποιοι πλανήτες να μην ευθυγραμμίστηκαν σωστά τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα και αυτό να είχε ολέθριες επιπτώσεις στην κράση και την ιδιοσυγκρασία μου. Σε μια περισσότερο "επιστημονική" version που μου κάθισε στο μυαλό τελευταία, υπάρχει η πιθανότητα ακόμα και κάποιου κακού ιατρικού χειρισμού (δεν ξέρω τι θα μπορούσε να ήταν, αλλά το επεξεργάζομαι).
Παρά τη μουρμούρα και το ατελείωτο κλάμα μου, κατάφερα να επιβιώσω.
Ο κόσμος όμως δε με χώρεσε ποτέ. Από πολύ μικρή ηλικία άρχισα να ερευνώ τους λόγους της ύπαρξής μου σε βάθος, καταλήγοντας πάντα σε αλλόκοτα συμπεράσματα:
στην πραγματικότητα δεν ήμουν άνθρωπος αλλά μια κακιά μάγισσα (βαθύτατα καταπιεσμένο "σκοτεινό" μέρος του Εαυτού το ονόμασα αργότερα), δεν ήμουν άνθρωπος αλλά ξωτικό ή νεράιδα και σύντομα θα επέστρεφα στη λίμνη/ δάσος/ ξέφωτο όπου είχα γεννηθεί (αυτό το πιστεύω ακόμα και σήμερα), δεν ήμουν άνθρωπος αλλά βαμπίρ (αυτό μου "κόλλησε" στην εφηβεία), δεν ήμουν ΕΓΩ, αλλά κάποια άλλη (αυτό συνέβαινε όποτε κοιταζόμουν για πολλή ώρα στον καθρέφτη), δεν ανήκα σε αυτήν την οικογένεια, ήμουν υιοθετημένη (έψαχνα μάλιστα τα σχετικά έγγραφα και το διέδιδα σε όλους τους συμμαθητές μου στο Δημοτικό. Όταν, στα 25 μου, η Νικολούλη αποκάλυψε ότι στο Μαιευτήριο που γεννήθηκα είχε δημιουργηθεί ένα απίστευτο σκάνδαλο "ανταλλαγής" βρεφών ακριβώς το διάστημα που βρισκόμουν κι εγώ εκεί, αναθάρρησα).
Μου άρεσαν πολύ οι λέξεις, ειδικά οι περίεργες, αυτές με τις πολλές συλλαβές, τις οποίες όμως ερμήνευα όπως ήθελα, ανάλογα με το ηχόχρωμά τους, τη "γεύση" που άφηναν στη γλώσσα μου ή τις εικόνες που έφερναν στο μυαλό μου: η λέξη "αποκρουστικός", για παράδειγμα, μού άφηνε μια παράξενη, ευχάριστη αίσθηση, την είχα συνδέσει με τη διαφήμιση ενός σαμπουάν και περνούσα ολόκληρα πρωινά στη βεράντα του σπιτιού μας αναπαριστώντας το διαφημιστικό, παραλλαγμένο, με τη λέξη "αποκρουστικός" να επαναλαμβάνεται αέναα. Η λέξη "κοκότα" από την άλλη, κάπως αστεία αλλά ιδιαιτέρως ενοχλητική για τον ουρανίσκο, πίστευα αρχικά ότι ήταν δικό μου δημιούργημα, καθώς δεν την είχα διαβάσει πουθενά. Αυτή η λέξη σήμαινε για εμένα μια κακιά μάγισσα, ντυμένη στα μαύρα, κουτσοδόντα και μοχθηρή, σαν αυτές των παιδικών παραμυθιών. Μάλιστα, την περίοδο που πίστευα ότι ήμουν κι εγώ μάγισσα, ήθελα να με φωνάζουν "Μάγισσα Κοκότα", θεωρώντας ότι αυτό μού προσέδιδε μεγαλύτερο κύρος...
Αλλόκοτες ήταν και οι αντιδράσεις μου όταν άρχισα να έρχομαι σε πιο στενή επαφή με ανθρώπους εκτός του στενού οικογενειακού μου κύκλου. Οι συνήθεις ερωτήσεις στις οποίες απαντά σχεδόν αυτόματα ένα παιδί ή ένας έφηβος ορίζοντας την ταυτότητά του, τη θέση του τελοσπάντων στον κόσμο, για εμένα αποτελούσαν σκέτες σπαζοκεφαλιές. "Πώς σε λένε", "Τι τάξη πας", "Πού μένεις", "Ποιο είναι το αγαπημένο σου τραγούδι", "Τι μουσική ακούς", "Ποια είναι τα προτερήματα και τα ελαττώματά σου", "Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις", είναι μόνο μερικές από τις ερωτήσεις που πραγματικά μου προκαλούσαν πονοκέφαλο, καθώς στο δικό μου σύμπαν δεν υπήρχε και εξακολουθεί εν πολλοίς να μην υπάρχει διαχωριστική γραμμή μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας.
Έτσι, με λένε Δώρα, Θεοδώρα, αλλά και Elfie, Πενθεσίλεια, Pamela. Μένω στο Λαύριο κάποιους μήνες το χρόνο, αλλά έχω και μια εξοχική κατοικία στο Λόριεν, διατηρώ ένα διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας και μια αγροικία κάπου στη Νότια Γαλλία. Επίσης, μπορώ να σας πω ποια μουσική προτιμώ και να σας αναλύσω διεξοδικά τα προτερήματα και τα ελαττώματά μου, αλλά όλα αυτά ισχύουν μόνο για σήμερα, για τώρα. Αύριο μπορεί να έχω αλλάξει γνώμη, όχι μόνο για εμένα, αλλά και για τον κόσμο ολόκληρο...
Όσο για το "τι θα γίνω όταν μεγαλώσω"! Αυτή είναι μια ερώτηση που παραμένει ακόμα αναπάντητη, κι ας έχω μεγαλώσει, κι ας μη με ρωτά κανένας πια...
Σαν συνέπεια αυτής της διαρκώς μεταβαλλόμενης ιδέας μου για την προσωπική μου ταυτότητα, "πειράχθηκε" λιγάκι το νευρικό μου σύστημα. Αφορμή για αυτό στάθηκε η έμφυτη, αρρωστημένη πολλές φορές περιέργειά μου. Ως την ηλικία των 14, είχα αμφισβητήσει τους πάντες και τα πάντα, εκτός από την ύπαρξη του Θεού. Μια μέρα, επιστρέφοντας στο σπίτι από το σχολείο, βρήκα πεσμένο στο δρόμο ένα φυλλάδιο. Το ανασήκωσα. Στην πρώτη σελίδα, με μεγάλα μαύρα γράμματα, υπήρχε τυπωμένη η ερώτηση που έμελλε να με βασανίσει για πάρα πολλά χρόνια: "ΕΙΣΤΕ ΣΙΓΟΥΡΟΙ ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ";
Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ! Ήμουν σίγουρη; Φυσικά και δεν ήμουν, δεν είχε τύχει ποτέ να τον δω ή να συνομιλήσω μαζί του, να βιώσω κάποιο θαύμα, να δω έναν Αρχάγγελο να με καθοδηγεί στον ύπνο μου ή κάτι τέτοιο. Άρα; Άρα δε θα μπορούσα να απαντήσω με σιγουριά σε αυτήν την ερώτηση. Αν όμως δεν υπήρχε Θεός, τότε εγώ, όπως και όλος ο κόσμος, ήμουν απόλυτα ανθρώπινη, φθαρτή, εκτεθειμένη σε ένα σωρό αρρώστιες και ατυχίες, εντελώς αβοήθητη. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που προσγειώθηκα απότομα στη γη. Έγινα αρρωστοφοβική, μικροβιοφοβική, αγοραφοβική, φοβική γενικότερα. Δημιούργησα και πάλι έναν δικό μου κόσμο, ζοφερό αυτή τη φορά, γεμάτο εφιάλτες, κακές σκέψεις, φόβους και δυσοίωνα μηνύματα.
Η πρώτη αυτή "προσγείωση" είχε μικρή διάρκεια. Επισκιάστηκε γρήγορα από την ανάγκη, την εμμονή μου να μην είμαι εδώ, τουλάχιστον όχι "ολόκληρη"... Ο σκοτεινός νέος μου κόσμος με "ρούφηξε" κυριολεκτικά. Μετά από αυτήν την πρώτη, επώδυνη γείωση, η έλλειψη ισορροπίας που λέγαμε "σωματοποιήθηκε": δεν ένιωσα ποτέ ξανά τα πόδια μου να πατούν σταθερά στο έδαφος, ζαλίζομαι πάντα όταν περπατώ, αισθάνομαι ότι τα γόνατά μου δεν με κρατούν καλά, είναι έτοιμα να φύγουν από τη θέση τους και να με παρατήσουν στη μέση του δρόμου, ανίκανη κι ανήμπορη...
Σε αυτόν τον κόσμο έζησα για πάρα πολύ καιρό, με μικρά διαστήματα ανάπαυσης, κάτι σαν μεσημεριανή σιέστα, σαν ένα διάλειμμα για τσιγάρο. Είναι παράξενο το πώς το μυαλό μας μπορεί να είναι ταυτόχρονα "πολύ καλά", αλλά και πολύ "άρρωστο"...
Η δεύτερη ανώμαλη προσγείωση ήρθε με την "αναπάντεχη" ασθένεια της μητέρας μου. Θέτω τη λέξη αναπάντεχη σε εισαγωγικά, γιατί πιστεύω ότι αν τα μάτια όλων μας δεν κοιτούσαν το δάχτυλο αλλά τον ουρανό, θα το είχαμε καταλάβει, θα το είχαμε πιάσει στον αέρα...
Τότε ήρθα ξανά σε επαφή με τη γη, αναγκάστηκα να εγκαταλείψω το σύμπαν μου -με το οποίο είχα στο μεταξύ συμβιβαστεί απόλυτα- και να ζήσω στ' αλήθεια ένα ανθρώπινο δράμα, αυτό του πιο αγαπημένου μου πλάσματος, με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια, ως το τέλος.
Αυτή τη φορά, παρέμεινα στο εδώ και το τώρα για δύο ολόκληρα χρόνια. Για πρώτη φορά ίσως είχα τη δυνατότητα να παρακολουθήσω (και όχι να ρίχνω απλά κλεφτές ματιές) στα τεκταινόμενα στον "πραγματικό" κόσμο, να "δω" αυτά που έβλεπαν και οι υπόλοιποι, να είμαι η "Δώρα", μόνο, σκέτο, σαν ανάλατο φαγητό.
Όταν όλα τελείωσαν, είπα να ξαναφύγω, κατά την προσφιλή μου συνήθεια. Τώρα όμως η ολική απουσία δεν ήταν τόσο εύκολη, μέσα σε αυτό το διάστημα τα πάντα είχαν αλλάξει, τα έως τότε θεωρούμενα ως δεδομένα αποτελούσαν απλά παρελθόν. Αυτή τη φορά, και με τη βοήθεια ενός πολύ καλού ψυχοθεραπευτή, κατάλαβα ότι η γείωση είναι τελικά κάτι χειροπιαστό και ουσιαστικό, συνειδητοποίησα τη σημασία της, αναγκάστηκα να δω το θέμα κατάματα και να κάνω συνειδητή προσπάθεια για να βρίσκομαι σε μια σχετική επαφή με τη γη.
Ακόμα και τώρα που ξέρω, όμως, εξακολουθούν να υπάρχουν διαστήματα που ξεχνιέμαι για πολύ κάπου αλλού: στα ξέφωτα με τα ξωτικά, σε σπήλαια γεμάτα μυστήρια, σε σελίδες βιβλίων που με έχουν τραβήξει μέσα τους, στη συγγραφή, ενίοτε και στο σκοτεινό κόσμο μου που εξακολουθεί να υφίσταται και είναι πιο τρομερός από ποτέ. Σε αυτά τα διαστήματα δυσκολεύομαι να "προσεδαφιστώ", καταλαβαίνω πως υπάρχει ακόμα ο κίνδυνος κάποιος από αυτούς τους κόσμους να με απορροφήσει ολοκληρωτικά, γίνομαι απίστευτα, επικίνδυνα αφηρημένη.
Χθες το απόγευμα, μια φίλη έβαλε μπροστά μου μερικές κάρτες. "Τράβηξε μία", μου είπε, "θα αντιπροσωπεύει αυτό που πραγματικά χρειάζεσαι". Τράβηξα μια κάρτα χωρίς να δώσω και πολλή σημασία -ήμουν για άλλη μια φορά αλλού. Η κάρτα έγραφε επάνω με κεφαλαία γράμματα τη λέξη "ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ". Φαίνεται πως έχω ακόμα δρόμο μπροστά μου...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου