Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

Midsummer


Η "Γάτα" μου θα συνεχιστεί, το υπόσχομαι -στον εαυτό μου κυρίως- αλλά προς το παρόν θα ήθελα να κάνω μια μικρή παρένθεση...
Μεσοκαλόκαιρο για τους Βόρειους, αρχή του Καλοκαιριού για τους Νότιους, σήμερα! Το θερινό ηλιοστάσιο, ο θρίαμβος της ημέρας επί της νύχτας, το πιο μεγάλο φως!
Αχ, αυτός ο Ιούνιος, αυτός ο θαυμάσιος μήνας, με τη θάλασσα πάντα γαλήνια, το αεράκι γλυκό και δροσερό, την καρδιά ανάλαφρη... Τι κρίμα που ως παιδιά είμαστε αναγκασμένοι να τον αφιερώνουμε πάντα σε εξετάσεις και ως ενήλικες τον "προσπερνάμε" και οργανώνουμε τις Διακοπές μας τον Ιούλιο ή -ακόμα χειρότερα- τον Αύγουστο!
Προσωπικά τον λατρεύω τον Ιούνιο, έχει έναν μυστικισμό, μια πνευματικότητα απίστευτη, δε χορταίνω να τον ζω (ως ενήλικη, είχα την ευλογία να ευχαριστηθώ τον αγαπημένο μου μήνα αρκετά, να τον "ελευθερώσω" από το στίγμα των σχολικών και πανεπιστημιακών εξετάσεων και να τον ανεβάσω στο βάθρο που του αξίζει, να τον χαρώ, ποτέ βέβαια τόσο όσο θα ήθελα πραγματικά)!
Μεσοκαλόκαιρο, λοιπόν, γεμάτο χαρούμενες νεράιδες, σκανδαλιάρικα ξωτικά και σοφούς δρυίδες, γεμάτο ήλιο και φως, και τζιτζίκια, και θάλασσα μπουνάτσα, και καρπούζι και παγωτό, και άρωμα νυχτολούλουδου, και... ελπίδα, υπόσχεση ότι το Φως θα θριαμβεύσει!

Σας ασπάζομαι με βαθιά χαρά, εισπνέω άφθονο Ιούνιο και ατενίζω με έκσταση τη "στάση" του Ηλίου!

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Η Γάτα

Η Αλίκη είχε μεγαλώσει στη "φάρμα των ζώων". Ξυπνούσε κάθε πρωί από το λάλημα των πετεινών και την αναστάτωση που δημιουργούσε στο κοτέτσι η διαπεραστική φωνή τους. Ντυνόταν βιαστικά, έριχνε μπόλικο κρύο νερό στο πρόσωπό της και έτρεχε στην αυλή όπου την περίμεναν οι γάτες, ένα σωρό από δαύτες, κεραμιδόγατες κάθε χρώματος και μεγέθους, καλόβολες και αιμοβόρες, παιχνιδιάρες, σκέτα ζιζάνια. Την υποδέχονταν με ενθουσιασμό, με τις ουρές τους να κουνιούνται σαν τρελές. Μερικές τρίβονταν όλο χαρά στα πόδια της, άλλες σκαρφάλωναν στην πλάτη και στα χέρια της, οι πιο δειλές την παρατηρούσαν από απόσταση, περιμένοντας υπομονετικά να περάσει ο πρώτος ενθουσιασμός των υπολοίπων για να πλησιάσουν διστακτικά και να εισπράξουν κι εκείνες τα πρωινά τους χάδια.
Ύστερα, πήγαινε να καθαρίσει τα κλουβιά των πουλιών. Σε κάθε γωνιά της αυλής κρέμονταν μικρά και μεγάλα πολύχρωμα κλουβιά, γεμάτα καναρίνια, καρδερίνες, παπαγαλάκια. Τιτίβιζαν όλα χαρούμενα με το που ξημέρωνε η ημέρα και μετατρέπονταν σε μικρές χνουδωτές μπαλίτσες όταν έφτανε η ώρα να κοιμηθούν. Τα παπαγαλάκια της τσιμπούσαν τα δάχτυλα, τα καναρίνια αντιδρούσαν πάντα με επιφυλακτικότητα στο άγγιγμά της, ενώ οι καρδερίνες πηδούσαν ασταμάτητα στα ψεύτικα κλαδιά των "σπιτιών" τους και δε σταματούσαν να κάνουν κούνια και να κρέμονται ανάποδα από τα κάγκελα των κλουβιών, ακόμα κι όταν εκείνη αναστάτωνε τον προσωπικό τους χώρο με το καθάρισμα.
Πολλές φορές, η Αλίκη ελευθέρωνε κρυφά κάποια από τα πουλιά, άνοιγε τις πορτούλες των κλουβιών τους ενώ δεν την έβλεπε κανείς, ήθελε να τα δει να πετούν ελεύθερα στον ουρανό... Αυτά ξεμύτιζαν μουδιασμένα, άνοιγαν δειλά τα φτερά τους, πετούσαν με προφύλαξη, πρώτα στα κάγκελα του μπαλκονιού, ύστερα στην κορυφή κάποιου μικρού δέντρου, και μετά στον ουρανό... Τα αποχαιρετούσε με δάκρυα χαράς και προσευχόταν να επιζήσουν και να είναι ευτυχισμένα...
Στη συνέχεια, ανέβαινε στον ημιτελή δεύτερο όροφο του σπιτιού, όπου φώλιαζαν δεκάδες περιστέρια. Πετάγονταν αλαφιασμένα με το που τα πλησίαζε, δημιουργώντας ένα απίστευτο πανδαιμόνιο κι αφήνοντας στον αέρα δεκάδες πούπουλα και φτεράκια που προσγειώνονταν αργά στο κεφάλι και την πλάτη της, κολλούσαν επάνω στα ρούχα της, τρύπωναν στη μύτη της. Όταν τα περιστέρια βεβαιώνονταν ότι δεν υπήρχε κίνδυνος, συγκεντρώνονταν χαρούμενα γύρω της, έτρωγαν από τα χέρια της, τα πιο ανυπόμονα τσιμπούσαν τα υπόλοιπα για να προλάβουν να φάνε περισσότερο, τα μικρότερα σε ηλικία χοροπηδούσαν στο έδαφος με τον αδέξιο, αστείο τρόπο τους.
Μετά είχαν σειρά οι γαλοπούλες, τόσο άσχημες οι καημένες, με αυτό το ανοικονόμητο βάδισμά τους, τα μακριά, ζαρωμένα τους λειριά, χοντρούλες, με τσιριχτές φωνές. Αυτές τις φοβόταν λίγο, γίνονταν τεράστιες όταν άνοιγαν τα φτερά τους και μπορούσαν να τρέξουν πολύ γρήγορα. Τις τάιζε από μακριά και έτρεχε πίσω στο σπίτι.
Όταν μεγάλωσε λίγο, η Αλίκη απέκτησε τον πρώτο της σκύλο, ένα πανέμορφο θηλυκό κουτάβι. Τότε ήταν που κατάλαβε πόσο στενά μπορεί να συνδεθεί ένα ζώο με έναν άνθρωπο. Περνούσε όλο τον ελεύθερο χρόνο της με το σκυλί, έκαναν ατέλειωτες βόλτες η μια δίπλα στην άλλη, κοιμόντουσαν μαζί, τα βράδια κάθονταν νωχελικά στην αυλή και κοιτούσαν αμίλητες τα αστέρια...
Το σκυλί ήταν διατεθειμένο να ξεπεράσει κάθε φόβο του προκειμένου να είναι μαζί της -κι εκείνη το ίδιο, άλλωστε- και δε δίσταζε να τσαλαβουτά στη θάλασσα, όποτε η Αλίκη ήθελε να κάνει μπάνιο, να ισορροπεί επικίνδυνα στο καλαθάκι του ποδηλάτου της για να κάνουν "πιο μακρινές βόλτες", να "τσακώνεται" με τις γηραιές γάτες του σπιτιού για να έχει όλη της την προσοχή στραμμένη επάνω του.
Η Αλίκη πέρασε 10 ολόκληρα χρόνια από τη ζωή της μαζί με αυτό το σκυλί.
Ύστερα, ήρθε ένα άλλο, αρσενικό, ζημιάρικο και μπουνταλάδικο, αλλά απόλυτα ερωτευμένο μαζί της κι εκείνη με αυτό. Την ξεθέωνε, βέβαια, ήθελε να παίζει και να τρέχει διαρκώς, να κυλιέται στο χώμα, στα νοτισμένα από την υγρασία χορταράκια, να εξερευνά κάθε γωνιά της μικρής γειτονιάς, την πόλη ολόκληρη αν ήταν δυνατόν...
Μαζί του κι η Αλίκη, ασθμαίνοντας από το τρέξιμο και τα χοροπηδητά, εξαντλημένη αλλά χαρούμενη όσο και ο σκύλος, σαν τα μικρά παιδιά...
Όταν η Αλίκη μεγάλωσε αρκετά, έφυγε από τη "φάρμα" για να φτιάξει τη δική της οικογένεια. Μετακόμισε σε ένα άλλο σπίτι, ένα διαμέρισμα στο κέντρο της μικρής πόλης. Εκεί, δεν μπορούσε να πάρει κανένα ζώο μαζί της, ο χώρος ήταν ασφυκτικός κι η Αλίκη είχε μάθει να βλέπει τα ζώα να ζουν ελεύθερα, δεν ήθελε να τα περιορίσει...
Για μερικά χρόνια, αναγκάστηκε να ζει χωρίς τα αγαπημένα της πλάσματα. Φρόντιζε βέβαια να ταΐζει όλα τα αδέσποτα ζωάκια της γειτονιάς, να τους δίνει άφθονο νερό το Καλοκαίρι, για να αντέχουν τη ζέστη, να περιθάλπει όσα από αυτά χρειάζονταν βοήθεια. Η έλλειψη όμως ενός δικού της ζώου, η συγκατοίκηση μαζί του, της έλειπε πολύ.
Κάθε βράδυ, ονειρευόταν ότι αποκτούσε ένα καινούριο, μεγάλο σπίτι, όπου μπορούσε να έχει όσα ζώα ήθελε και να ζει ευτυχισμένη μαζί τους όπως παλιά...
Ήξερε βαθιά μέσα της ότι το όνειρο αυτό θα γινόταν κάποια στιγμή πραγματικότητα, αλλά ανυπομονούσε, όπως έκανε πάντα όταν ήθελε κάτι πάρα πολύ.

Μια μέρα, μια φίλη τής είπε ότι είχε βρει στο δρόμο τρία γατάκια, κι αν ήθελε μπορούσε να διαλέξει ένα. Άδραξε την ευκαιρία! Επιθυμούσε σκύλο, βέβαια, αλλά σκέφτηκε ότι η γάτα δε χρειάζεται τόση φροντίδα και εκπαίδευση, είναι ένα πιο ανεξάρτητο ζώο, μικρόσωμο και εύκολο να βολευτεί στο μικρό διαμέρισμα. Βέβαια, ήξερε εδώ και αρκετά χρόνια ότι ήταν αλλεργική στις γάτες -αυτός ήταν και ο λόγος που οι γάτες της "φάρμας" δεν έμπαιναν ποτέ μέσα στο σπίτι- αλλά μεταξύ σωματικής και ψυχικής υγείας, η Αλίκη προτιμούσε να διακυβεύσει την πρώτη, τέτοια ήταν η λαχτάρα της!
Επισκέφτηκε τη φίλη της την ίδια κιόλας ημέρα. Τα γατάκια ήταν πανέμορφα! Λευκό το "φόντο" του τριχώματός τους, με μικρές στάμπες χρωμάτων στα κεφάλια, τα αυτάκια και τις ουρές τους, ένα αρσενικό και δύο θηλυκά, όλα σαν κουνελάκια, χνουδωτά και μαλακά. Την τράβηξε το αρσενικό γιατί φαινόταν χαδιάρικο και έτοιμο να αφοσιωθεί σε κάποιον. Τα δύο θηλυκά έδειχναν κάπως αδιάφορα -το ένα από τα δύο μάλιστα φάνηκε να ενοχλήθηκε από την παρουσία της και έτρεξε να πάρει ανάσα στο μπαλκόνι. Το άλλο ήταν κάπως φοβισμένο, η Αλίκη θεώρησε ότι δε θα ήταν σωστό να το πάρει, η αλλαγή περιβάλλοντος μάλλον θα του έκανε κακό.
Έστρεψε ξανά το βλέμμα της στο αρσενικό, που είχε ξαπλώσει νωχελικά δίπλα της και την κοιτούσε με μισόκλειστα μάτια... "Μάλλον αυτό...", ετοιμαζόταν να πει, όταν...
ένιωσε ένα ζευγάρι μάτια να την κοιτούν διαπεραστικά από την άλλη άκρη του δωματίου... Γύρισε και είδε το θηλυκό που την είχε αγνοήσει στην αρχή, να τη "ζυγίζει" με μεγάλη προσοχή, σαν να της έκανε ένα είδος ψυχογραφήματος. Δεν είχε ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Το ζώο φαινόταν λες και επεξεργαζόταν μέσα από τα τεράστια μάτια του μια σειρά δεδομένων, σαν μικρός υπολογιστής... Πριν προλάβει να συνέλθει από την έκπληξη η Αλίκη, η γάτα έδωσε μια και πήδηξε επάνω στην ποδιά της. Έκατσε εκεί "με το έτσι θέλω", χωρίς να νοιαστεί καθόλου για την εντύπωση που έκανε η κίνησή της, κουλουριάστηκε, βολεύτηκε κι άρχισε να γουργουρίζει από ευχαρίστηση...
Συνεχίζεται...

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Εικόνα

Δευτέρα, τόσες Ιουνίου (δε θυμάται πόσες ακριβώς, αλλά δεν έχει και τόση σημασία) 2008 (μπορεί κι εδώ να κάνει λάθος), Ναός Ποσειδώνα, Σούνιο. Η απογευματινή βάρδια ολοκληρώνεται με τα τσιριχτά λακτίσματα της σφυρίχτρας, ο κόσμος κατηφορίζει το δρόμο της επιστροφής κι η φύλακας επιστρέφει αποκαμωμένη στο σπίτι. Τι κάψα κι αυτή, όταν έχει πολλή ζέστη ολόκληρος ο λόφος φλέγεται, τα μάρμαρα πυρώνουν και η ατμόσφαιρα γίνεται ανυπόφορη! Είναι κι αυτοί οι τουρίστες, σαν τα μυρμήγκια, με τις φωτογραφικές μηχανές, τις βλακώδεις απορίες –έρχονται από του διαόλου τη μάνα στο Σούνιο, μόνο και μόνο για να δουν το στύλο στον οποίο χάραξε το όνομά του ο μεγάλος ρομαντικός ποιητής, θύμα κι αυτός του αιώνιου καλλιτεχνικού ναρκισσισμού… Οι δε Έλληνες… οποία αδιαφορία! Δυόμιση μήνες εργάζεται στο ναό η φύλακας κι έχει δει ελάχιστους ομοεθνείς της, δεν ενδιαφέρονται, κι όσοι αποφασίζουν να επισκεφτούν το χώρο σκάνε μύτη αργά το απόγευμα, μόνο και μόνο για να δουν αυτό το περιβόητο «ηλιοβασίλεμα του Σουνίου»…

Τρίτη, 7.30 το πρωί… Δεν έχει έρθει κανείς ακόμα. Ερημιά παντού. Μόνο οι πέρδικες – μπορεί να είναι και κάτι άλλο, δεν είναι σίγουρη, αλλά πάντως είναι πανέμορφες- τρέχουν πάνω- κάτω στο λόφο, χαρούμενες, με τα μικρά τους να τις ακολουθούν χοροπηδώντας. Έχει μια ευχάριστη δροσούλα, μια αύρα Ιουνιάτικη –μόνο αυτό το μήνα του χρόνου το αεράκι είναι τόσο δροσερό, τόσο «ευγενικό», το έχει παρατηρήσει- που σε ανυψώνει, σε κάνει να ξεχνάς για μερικές στιγμές τα πάντα…
Παίρνει μια μεγάλη, μαύρη σακούλα σκουπιδιών για να αδειάσει τους κάδους. «Δεν πας κατευθείαν μέσα στο Ναό; Ευκαιρία είναι να καθαρίσουμε μια που δεν έχει έρθει κανείς», της λέει ο άλλος φύλακας. Βάζει φτερά στα πόδια της! Δεν έχει μπει ποτέ ξανά μέσα στο Ναό, δεν έχει βρεθεί ποτέ ξανά μόνη της εκεί πάνω. Τρέχει, πετάει, για να μην προλάβει να αλλάξει γνώμη ο φύλακας και να την στείλει στους κάδους…
Φτάνει, επιτέλους –λες και ανέβηκε κανένα βουνό της φάνηκε, η σκέψη τρέχει τόσο γρήγορα, πού να την προλάβουν τα καημένα τα πόδια! Στέκεται και θαυμάζει το Ναό απ’ έξω. Ο Δωρικός ρυθμός, ο αγαπημένος της, λιτός, στιβαρός κι αέρινος ταυτόχρονα, τέλεια εναρμονισμένος με την αγριάδα του λόφου. Χαϊδεύει τα μάρμαρα στη βάση, όλα σχεδόν χαραγμένα, μερικά γλιστρούν επικίνδυνα ακόμα κι όταν τ’ αγγίζεις… Τα ακούει που σιγοψιθυρίζουν, ένας ανεπαίσθητος ήχος, σαν μουρμουρητό, βαθύς, σοφός…
Ανεβαίνει επάνω. Δεν τολμά να κοιτάξει γύρω της, δεν τολμά να ακουμπήσει τίποτα, είναι λες και ο χρόνος έχει σταματήσει, λες και επέστρεψε από μακρύ ταξίδι στο σπίτι, στις ρίζες της και αισθάνεται αυτήν την ανυπομονησία και τη συγκίνηση της επανασύνδεσης, το άγχος αν όλα θα είναι εκεί όπως τα είχε αφήσει…
Ανοίγει τα μάτια... Όλα είναι εκεί, ευτυχώς! Κάθεται στη μέση του ναού, πάνω στο πεσμένο κιονόκρανο κι ατενίζει το πέλαγος. Οι κολώνες εξακολουθούν να της ψιθυρίζουν, τα λόγια τους τα παίρνει το αεράκι και τα στριφογυρίζει γύρω από το ναό δημιουργώντας έναν παράξενο αντίλαλο, ύστερα τα στέλνει στη θάλασσα, στο λόφο ολόκληρο…
Κάθεται εκεί αμίλητη για μερικά λεπτά, για μια ζωή, ακούει τα μάρμαρα, ακούει τους ήχους από τη θάλασσα όπως διυλίζονται από τους κίονες του Ναού, βλέπει.. βλέπει πολλά πράγματα, ένα σωρό εικόνες περνούν αστραπιαία μπροστά από τα μάτια της, δεν τις θυμάται, στόχος τους δεν είναι τα μάτια αλλά η καρδιά…
Στο τέλος μιας αιωνιότητας σηκώνεται αργά, υπόσχεται ότι θα ξαναέρθει, δεν μπορεί να αποχαιρετήσει… Ξέρει όμως ότι λέει ψέματα στον εαυτό της, ότι αυτή ήταν η μοναδική στιγμή που είχε στη διάθεσή της σε αυτή τη ζωή για αυτήν την επανασύνδεση…
Η μαύρη σακούλα περιμένει υπομονετικά δίπλα της, η τωρινή ζωή περιμένει υπομονετικά δίπλα της… Τώρα θα ξαναγίνει φύλακας, θα καθαρίσει το Ναό, θα επιστρέψει στην καθημερινότητα, δε γίνεται αλλιώς…
Ή μάλλον γίνεται αλλιώς, τώρα πια το ξέρει…

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

Γάιδαρος πωλείται, βαράτε όσο μπορείτε...

Παρακολούθησα την πρόσφατη ραδιοφωνική συνέντευξη του Συνταγματολόγου κ. Κασιμάτη, αναφορικά με το θέμα της δανειακής σύμβασης που υπέγραψε η χώρα μας και του περίφημου "μνημονίου", έπειτα από παρότρυνση του "Οπάλιου". Είχαμε περάσει το απόγευμα εξερευνώντας μια περιοχή στην Καμάριζα, όπου βρήκαμε μια πραγματικά καλοδιατηρημένη -και κυρίως ανοιχτή- μεταλλευτική στοά, την οποία σκοπεύουμε να εξερευνήσουμε σύντομα, και παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα σε έναν κοντινό χώρο όπου μας είχε φανεί ότι λαμβάνουν χώρα διάφορες τελετές - τελικά, μάλλον πέσαμε έξω! Το βράδυ πια, είπαμε να δούμε και τη συνέντευξη... Διαφωτιστική, περιεκτική και απόλυτα αποθαρρυντική...
Όσο για τον τίτλο που επέλεξα, πρόκειται για μια λαϊκή ρήση, η οποία νομίζω ότι ταιριάζει "γάντι" τόσο στο περιεχόμενο της περί ης ο λόγος συνέντευξης όσο και στην τρέχουσα πολιτική κατάσταση στην ταλαίπωρη χώρα μας!
Για όσους ενδιαφέρονται:
http://www.youtube.com/watch?v=fiPGY9NBHsE&feature=related
http://www.youtube.com/watch?v=sr6ahlNJvaw&feature=related
http://www.youtube.com/watch?v=qqyKxyCP_oY&feature=related

Υ.Γ.1 Καλό μήνα σε όλους μας!
Υ.Γ.2 Έχετε δίκιο κύριοι Επικοινωνιολόγοι: "Το μέσον είναι το μήνυμα"!