Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

Τι έμαθα ( και κυρίως τι έπαθα) την εβδομάδα που πέρασε

1) Ότι «μαζί τα φάγαμε», για άλλη μια φορά! Πού στο καλό είναι το δικό μου μερίδιο, βρε παιδιά;
2) Τίποτα που να με ενδιαφέρει πραγματικά για τους Ατλάντιους- μάπα το βιβλίο!
3) Ότι στη Siemens απασχολούσαν έναν υπάλληλο, για να απασχολεί (!) την τρελλάρα κυρία που είχε προσληφθεί με «μέσον» και παρενοχλούσε τους υπόλοιπους!
4) Ότι η θεόμουρλη Γερμανίδα ηθοποιός- σκηνοθέτης- φωτογράφος- σκηνογράφος- homo universalis που μας είχε πάρει τα αυτιά με τις τσιρίδες της σε μια –αλησμόνητη- παράσταση που είδαμε πέρισυ, είναι σύζυγος ανερχόμενου ηθοποιού ( είπα κι εγώ…)
5) Ότι οι φοίνικες της Λαυρεωτικής μπορεί και να σωθούν. Οι πολίτες, με τίποτα…
6) Ότι η αδερφή μου γράφει καλύτερα από εμένα (γκρρρ!)
7) Ότι μπορώ κι εγώ να επικοινωνήσω με τα ντέβα(ς)!
8) Ότι –βάσει της φορολογικής μου δήλωσης- είμαι μία «ανύπαρκτη» πολίτης!
9) Ότι τα «τάπας» είναι τελικά πολύ νόστιμα!
10) Ότι αν βρίσκεσαι σε μια μεγάλη «ουρά» σε δημόσια υπηρεσία, και ο υπάλληλος σε παραπέμψει σε άλλο γραφείο για να συμπληρώσεις κάποια έντυπα που έχεις ξεχάσει, μπορείς, αφού τελειώσεις με αυτά, να επιστρέψεις στην αρχική σου θέση στην προηγούμενη «ουρά» -και να το κάνεις αυτό τρεις συνεχόμενες φορές (μέχρι να συναντήσεις κάποιον σαν εμένα και να σε βάλει στη θέση σου –ναι, την Τ-Ε-Λ-Ε-Υ-Τ-Α-Ι-Α)!
11) Ότι μπορείς στα 80 να έχεις το κουράγιο να ταξιδέψεις 300 χιλιόμετρα μακριά για να αποδεχτείς δια Συμβολαιογραφικής Πράξης την κληρονομιά της προ εικοσαετίας αποβιώσασας μητέρας σου– καλά, εσύ αποδέχτηκες αργά!
12) Ότι ο Στρος Καν θα φορά από εδώ κι εμπρός το βραχιολάκι του περίφημου «κατ’ οίκον» περιορισμού!
13) Ότι από τις θεωρίες για τα πολυσύμπαντα, αυτή που με «καλύπτει» περισσότερο είναι το «Μοντέλο των Πολλαπλών Κόσμων» του Χιου Έβερετ, σύμφωνα με το οποίο, σε κάποιο άλλο σύμπαν/ εκδοχή του δικού μας σύμπαντος, ο εαυτός μας ακολουθεί τους δρόμους που δε διαλέξαμε, επιλέγει τα μοντέλα ζωής και συμπεριφοράς που έχουμε απορρίψει, βιώνει γεγονότα που έχουμε αποφύγει μέσω των επιλογών μας - πρέπει να γίνεται μεγάλο πανηγύρι σε αυτό το σύμπαν!

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Κυριακάτικες απορίες

Είχα καιρό να διαβάσω εφημερίδα. Έχω ακόμα περισσότερο καιρό να παρακολουθήσω Δελτία Ειδήσεων. Τους τελευταίους μήνες, η συσκευή της τηλεόρασης παίζει ουσιαστικά διακοσμητικό ρόλο στο σπίτι μας.
Δε θέλω να ακούω και να βλέπω τίποτα, θεωρώ ότι στις μέρες μας όλα τα Μ.Μ.Ε. είναι εγκάθετα του ενός ή του άλλου οικονομικού καρχαρία και των «φιλικά προσκείμενων» σε αυτόν κομμάτων, οπότε η όποια πληροφόρηση είναι εκ προοιμίου άκρως υποκειμενική.
Χθες, παρόλα αυτά, ξεφύλλισα μια από τις Κυριακάτικες εφημερίδες.
Πρώτα το ένθετο με τα κοσμικά –τα είχε εναποθέσει ο άνδρας μου στη στοίβα με τα αναγνώσματα της τουαλέτας. Στις πρώτες σελίδες, δηλώσεις και συνεντεύξεις διαφόρων «επωνύμων» -πιο αδόκιμο όρο δεν έχω ματαδεί. Αδιάφορη η θεματολογία, εξάλλου δε γνωρίζω σχεδόν κανέναν από αυτούς.
Κατόπιν, φωτογραφίες από διάφορες εκδηλώσεις του τύπου «εμείς-έχουμε- ακόμα- πολλά- χρήματα- φτωχέ- λαουτζίκο- πάρε- μια- γεύση- από- τη- βλαχογκλαμουριά-μας». Επίσης αδιάφορο, αν όχι προσβλητικό και χρήζον καταγγελίας…
Ύστερα, οι «αποκλειστικές» φωτογραφίες της κόρης μεγαλοεπιχειρηματία, από πρωινή έξοδό της στο Κεφαλάρι. «Fashion icon» τη χαρακτήριζε ο συντάκτης του άρθρου. Αυτό που έβλεπα εγώ ήταν μια νεαρή γυναίκα, ντυμένη σαν τις κοπέλες που ασκούν το «αρχαιότερο» των επαγγελμάτων επί της ταλαίπωρης Λεωφόρου Συγγρού… όταν σχολάνε από τη δουλειά. Καυτό σορτς, κραυγαλέα μπότα στριπτιζέζ κι από πάνω ένα μακρύ πανωφόρι, να καλύπτει τη «νυχτερινή» περιβολή… Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τα εν λόγω κορίτσια, γιατί τουλάχιστον εκείνα είναι «δηλωμένα», έχουν το θάρρος να στο λένε κοιτάζοντάς σε στα μάτια και γνωρίζοντας ότι θα τις κατακρίνεις, θα τις χλευάσεις ίσως. Αυτό απαιτεί γενναιότητα.
Έχω όμως τεράστιο πρόβλημα με τα «αδήλωτα» κορίτσια, αυτά που την «ντανιά» τους την ονομάζουν «fashion statement» και πείθουν τον μπαμπά τους να καλέσει τα media για να την πλασάρουν και σ’ εμάς τους αδαείς. Δε θα πάρω, χρυσό μου, προτιμώ το original…
Πήρα το ένθετο από την τουαλέτα και το άφησα στη θέση που του αξίζει. Τον κάλαθο των αχρήστων.
«Αν δεν αντέχω πια ούτε τα κοσμικά, φαντάσου τι θα γίνει με το κυρίως μενού», σκέφτηκα απογοητευμένη. Κατά τη διάρκεια της μεσημεριανής σιέστας αποφάσισα να δώσω στην εφημερίδα –και στον εαυτό μου- μια τελευταία ευκαιρία. Διάβασα απνευστί ολόκληρο το «βιβλιαράκι» με την κατάθεση ψυχής της γραμματέως του Κυρίου της Siemens, το οποίο δημοσίευσε σε αποκλειστικότητα η εφημερίδα. Σοκαρίστηκα. Εγώ που πίστευα ότι δεν υπάρχει τίποτα πολιτικο- οικονομικό που να μπορεί να με σοκάρει πια (είχα την ατυχία, βλέπετε, να ζήσω και μερικά πράγματα εκ των έσω), έπιασα τον εαυτό μου να απορεί και να εξεγείρεται! Σοκαρίστηκα από τις δηλώσεις, από την απορία της γραμματέως «που ο μεγάλος την άφησε να το ζήσει όλο αυτό» (έχω την αμυδρή εντύπωση ότι η τοποθέτηση αυτή της «ξέφυγε», αλλά ποια είμαι εγώ για να το σχολιάσω αυτό;), αλλά και από την προτροπή της προς τους «συμπατριώτες» της, όλους εμάς τους «ανώνυμους», τον «απλό λαό» (υπάρχει και σύνθετος λαός, άραγε;): «Ξυπνήστε, πατριώτες»!
Μετά από εσάς, αγαπητή, μετά από εσάς…


Υ.Γ. Μπαμπά, δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που πλήρωνες εσύ τα εντάλματα εκείνων που κανονικά θα έπρεπε να «εκφοβίζεις» και να «κυνηγάς» ως όργανο της τάξεως, και δεν έπαιρνες ποτέ τα χρήματά σου πίσω. Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που εξαιτίας σου δεν αντιλήφθηκα ποτέ την έννοια του συνθήματος «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι» κι εξακολουθώ να απορώ όταν το ακούω. Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι, επίσης, που εμείς ανήκουμε στον «απλό λαό». Ακούγεται μελό ή γραφικό ίσως, αλλά είναι πραγματικότητα, η δική μου. Χωρίς εφημερίδες και ειδήσεις πια. Είδηση για εμένα αποτελεί πλέον η εντιμότητα και η ηθική ακεραιότητα. Όλα τα άλλα τα έχω ξαναδεί, αλλάζουν μόνο οι πρωταγωνιστές ...

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

Κάτι από τα παλιά

Κάποτε εργάστηκα σε ένα ανδρικού ενδιαφέροντος περιοδικό -ξέρετε, σαν αυτά που γνώρισαν ανέλπιστη επιτυχία τη δεκαετία του '90. Μου ζητήθηκε να γράψω μια σειρά διηγημάτων, με "ανδρική" γραφή, όμως, "χωρίς τα νιάου-νιάου και τα σιρόπια των γυναικών". Για κάποιους μήνες προσπάθησα να μπω στην ψυχολογία των ανδρών που διαβάζουν αυτού του είδους τα έντυπα, ώστε να εξοικειωθώ με αυτήν την περίφημη "ανδρική" γραφή που μου είχαν ζητήσει να υιοθετήσω. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα, λοιπόν, από τα πονήματα που μου προέκυψαν την εποχή που χρειάστηκε να "γίνω" άνδρας (παρακαλώ να με συγχωρήσουν οι αναγνώστες για την ελευθεριάζουσα γλώσσα):

H ενεργητική- παθητική (και μέχρι εκεί) ομοφυλοφιλία ενός πολυάσχολου επιχειρηματία

Δεν ξέρω τι είναι τελικά καλύτερο σε αυτή τη ζωή: να έχεις πάρα πολλά χρήματα, κύρος, επιτυχία, τον κόσμο στα χέρια σου ή να είσαι ένας συνηθισμένος υπάλληλος, με τις απλές, καθημερινές σου σκοτούρες και αρκετό ελεύθερο χρόνο για να ζεις;
Κάθε πρωί, στις επτά ακριβώς, μπαίνω στην τουαλέτα. Ενώ πλένω τα δόντια μου με το δεξί χέρι, ψάχνοντας με το αριστερό τον αφρό ξυρίσματος –ποτέ δε χώνεψα τις ξυριστικές μηχανές, ο θόρυβός τους μου τσακίζει τα νεύρα- έρχεται στο μυαλό μου το ερώτημα, το ίδιο κάθε μέρα, σοβαρό κι αμείλικτο: «τι αξία έχει η ζωή αν δε γ***ς;»
Ύστερα –οι ίδιες κι απαράλλακτες κάθε πρωί κινήσεις, όμοιες με αυτές ενός ρομπότ- φτύνω την οδοντόκρεμα με δύναμη, απλώνω στα μούτρα μου τον αφρό και παρατηρώ για λίγο το είδωλό μου στον καθρέφτη: «γέρασες, βρε μαλ**α, σαν σκατόγερος έχεις γίνει, ένα ραμόλι σκέτο! Και αγάμητος, το κέρατό σου! Μια ζωή αφήνεις τα καλύτερα για μετά! Ας δουλέψω σήμερα και την πέφτω στη γραμματέα μου αύριο, ας κάνω μερικά τηλεφωνήματα ακόμα και π***ω τη γκόμενα αργότερα, ας πάω στο meeting και ερωτεύομαι μετά! Ε, λοιπόν, έφτασε το μετά αγόρι μου, και ξέρεις τι είναι αυτό που σου απομένει τώρα; Να διαλέξεις ξύλο για το αιώνιο κρεβατάκι σου! Τι προτιμά ο κύριος, καρυδιά ή δρυ
Σε αυτό το σημείο ακριβώς καταρρακώνομαι –κάτι που διαρκεί για όλη την υπόλοιπη ημέρα-, κλείνω την πόρτα της τουαλέτας στα μούτρα του αγενούς ειδώλου μου –μιλάμε για μεγάλο σκατομαλ**α!- ψεκάζομαι με τη Bulgari και πάω στη δουλειά.
Αυτός είναι ο χρόνος που μπορώ να διαθέσω κάθε μέρα για την προσωπική μου ζωή. Η διάρκειά του είναι τόσο μικρή που μπορώ άνετα να περιγράψω την κάθε του στιγμή μέσα σε δυο- τρεις μόλις παραγράφους. Κοίτα να δεις, φίλε μου. Αν καθίσω να τα επεξεργαστώ καλά όλα αυτά, μπορεί και να πάω να φουντάρω! Ο χρόνος που έχω στη διάθεσή μου για μένα δεν αντιστοιχεί παρά σε ελάχιστα λεπτά, τα οποία χρησιμοποιώ για να κατουράω, να ξυρίζομαι και να οικτίρω τον εαυτό μου για την κατάντια μου. Γιατί περί κατάντιας πρόκειται, αυτό είναι αναμφισβήτητο!
Αν μου τα έλεγες όλα αυτά πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια που ήμουν πάνω στα ντουζένια μου, θα μπορούσα να σε στραγγαλίσω. Ούτε που μου περνούσε τότε από το μυαλό ότι θα έφτανε μια μέρα που θα ζούσα σαν ευνούχος. Σήμερα, μπορεί άνετα κανείς να με πετάξει σε ένα χαρέμι και να μην ανησυχεί καθόλου μήπως του απαυτώσω τις γυναίκες.
Κι όμως, κάποτε τα πράγματα δεν ήταν έτσι, δεν ήταν καθόλου έτσι, παλιοκαραγκιόζη που κάθεσαι και μου τα χώνεις στο WC -ούτε να χέσω αξιοπρεπώς δεν με αφήνεις πια! Κάποτε –εντάξει, πριν πολλά χρόνια- ήμουν ένας κόκορας έτοιμος να χιμήξει πάνω σε όποια κότα παρουσιαζόταν μπροστά του. Δεν έκανα διακρίσεις. Μικρές, μεγάλες, ψηλές, κοντές, αδύνατες, αφρατούλες, όλες τις κανόνιζα και μου λέγανε κι ευχαριστώ! Αλλά τις ένδοξες εκείνες ημέρες ήμουν ένα υπαλληλάκι, φωτοτυπίες έβγαζα κι έφτιαχνα και κανέναν εσπρέσο Ήμουν ευτυχισμένος, όμως! Η μόνη μου σκοτούρα ήταν που θα βρω καμιά καλή γκόμενα για να ικανοποιήσω τις ακόρεστες ορέξεις μου. Και είχα απεριόριστο χρόνο για να καταστρώνω σχέδια αποπλάνησης για την καθεμιά που ήθελα να μου κάτσει.
Και μου κάθονταν, ρε γαμώτο! Είχα μεγάλες επιτυχίες, παρόλο που ντυνόμουν σαν χλέτσουρας και κατοικούσα μονίμως «αφράγκου γωνία». Ακόμα θυμάμαι κι ανατριχιάζω ολόκληρος την ημέρα που κατάφερα να ρίξω στο κρεβάτι την Άννα, την ιδιαιτέρα του Μεγάλου Αφεντικού. Η Άννα… Η Άννα ήταν αυτό που λέμε μ....α, μια επίγεια θεά, που είχε την ατυχία να παντρευτεί έναν κόπανο, έναν δικηγόρο που το μόνο που είχε στο μυαλό του ήταν πώς θα βγάλει λεφτά –κάποιον μου θυμίζει, σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ ποιον… - και της συμπεριφερόταν σαν να ήταν σκουπίδι.
Η Άννα ωστόσο δεν έδινε δικαιώματα σε κανέναν και πάντοτε ήταν με το χαμόγελο στο στόμα. Είχε πράσινα μάτια κι ένα πλούσιο καστανόξανθο μαλλί που της έφτανε ως το μπούστο. Τι μπούστο ήταν αυτό, μεγαλοδύναμε! Να χάνεις το μυαλό σου! Τριάρι και πάνω, στητό και σφιχτό, διαγραφόταν κάτω από τα πουκαμισάκια της σαν απαγορευμένος καρπός. Κάθε φορά που αναλάμβανα να της πάω καφέ στο γραφείο της, μετατρεπόμουν στον πιο ευτυχισμένο άντρα στον κόσμο. Μια φορά, θυμάμαι, τη βρήκα να κάθεται και να χαζεύει, με τα χέρια αφημένα πάνω σε μια στοίβα φωτογραφίες. Κοιτούσε το κενό και οι άκρες των μαλλιών της, ακουμπισμένες ακριβώς στην αρχή του στήθους της, έμοιαζαν με βέλη, στρατηγικά τοποθετημένα για να κατευθύνουν το βλέμμα του επισκέπτη στο σημαντικότερο αξιοθέατο του σώματός της. Εκείνη την ημέρα αποφάσισα ότι θα την έκανα δική μου πάση θυσία.
Και το κατάφερα ο π*****ς, πολύ σύντομα μάλιστα! Άρχισα να την πολιορκώ, να της κολλάω στεγνά. Αρχικά αντιμετώπιζε τις επιθέσεις μου με συγκατάβαση, σαν να προέρχονταν από κανένα παιδάριο – η αλήθεια ήταν ότι μου έριχνε καμιά δεκαριά χρονάκια- και της απέκρουε με το χαμόγελο. Μου έλεγε ότι είμαι ο μόνος άνθρωπος που την κάνω να γελάει, ότι διασκεδάζει με τα αστεία μου κι εγώ ένιωθα ότι η μεγάλη ημέρα πλησίαζε όλο και περισσότερο. Από κάποια στιγμή και μετά, όμως, άρχισε να συμπεριφέρεται περίεργα, να με αποφεύγει και να μετατρέπεται σε παγοκολόνα κάθε φορά που προσπαθούσα να την πλησιάσω. Αυτή της η στάση με πλήγωσε πολύ, με έκανε να θυμώσω: «Τι είμαι εγώ, κυρά μου, το παιχνιδάκι σου, γελάς καλά-καλά μαζί μου κι όταν με βαρεθείς με πετάς σαν στυμμένη λεμονόκουπα;». Ήμουν εξοργισμένος μαζί της, ήθελα να τη βρίσω, να τη φτύσω για τον τρόπο που με μεταχειρίστηκε και μετά να την ...
Και το έκανα, με αυτήν ακριβώς τη σειρά! Ένα βράδυ την πέτυχα μόνη της στο γραφείο και της τα έψαλα χοντρά για την αναισθησία της. Όταν συνήλθε από την επίθεση και με αποκάλεσε «κόπανο», τη χαστούκισα, την πέταξα με βία πάνω σε ένα γραφείο, της σήκωσα τη φούστα και της έδωσα να καταλάβει τι πάει να πει καψωμένος εικοσάρης! Το κάναμε μόνο μια φορά. Ύστερα, ντύθηκε, έστρωσε τα μαλλιά της και μου ζήτησε να ξεχάσουμε το περιστατικό, γιατί ήταν παντρεμένη γυναίκα. Της το υποσχέθηκα, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν την ξέχασα ποτέ. Η Άννα ήταν η μοναδική πραγματικά θερμή γυναίκα που γνώρισα. Σε σύγκριση με εκείνη, όλες οι άλλες δεν ήταν παρά ανόητα κοριτσάκια που παρίσταναν με γελοίο τρόπο τις πορνοστάρ.
Όπως η γυναίκα μου, ας πούμε… Αυτήν την κατατάσσω με άνεση στις χειρότερες ερωμένες που είχα ποτέ! Κάποτε, σε μια στιγμή έντονου θυμού, της το πέταξα και με καταράστηκε να μείνω αγάμητος κι ανικανοποίητος σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Είναι σαββατογεννημένη η ρουφιάνα και μου φαίνεται ότι έπιασε η κατάρα της…
Τη γυναίκα μου τη γνώρισα λίγα χρόνια μετά το σκηνικό με την Άννα. Είχα αρχίσει να ανεβαίνω στην ιεραρχία –είχα σταματήσει δηλαδή να φτιάχνω καφέδες για όλη την εταιρία και είχα αναλάβει μονάχα τον διπλό ελληνικό του διευθυντή marketing- και ήμουν καλεσμένος σε ένα πάρτι που διοργάνωνε το τμήμα μου προς τιμήν ενός στελέχους που θα αποχωρούσε. Η Κάτια ήταν κόρη του διευθυντή μου. Μας σύστησε ο Φώτης, ένας gay από το Δημιουργικό, με τον οποίο έκανε παρέα. Δεν τον πολυχώνευα τον μαλ**α, ήταν κουτσομπόλης και κακεντρεχής, αλλά τον είχα ανάγκη: είχα μάθει για την ύπαρξη μιας κόρης μόλις έναν μήνα πριν κι είχα μεθοδεύσει τα πράγματα ώστε να τη γνωρίσω και να της την πέσω όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Ο Φώτης μού ήταν απαραίτητος, χωρίς εκείνον δε θα κατάφερνα να την πλησιάσω, γιατί ήταν και σνομπ τρομάρα της!
Έτσι, αναγκάστηκα να γίνω κολλητός με τον Φώτη κι ήμουν αναγκασμένος να ακούω ολημερίς τις παπαρολογίες του για νύχια, μαλλιά, επώνυμες μάρκες και άλλα τέτοια κουραφέξαλα. Ήταν καλόκαρδο παιδί κατά βάθος, αλλά κάθε φορά που τον έβλεπα να μπαίνει στο γραφείο κουνιστός και λυγιστός, με τη Louis Vuitton παραμάσχαλα και ύφος βαμπ πρωταγωνίστριας του ’40, μου ερχόταν να τον τουφεκίσω και να κρεμάσω το τομάρι του και την καταραμένη τη Monogram του στην πλατεία απέναντι από την εταιρία....

Λοιπόν, πώς σας φαίνεται; Κάπως σαν Βίπερ- Νόρα για άνδρες, ε; Για πολλά χρόνια τα είχα τοποθετήσει στο πυρ το εξώτερον αυτά τα "αριστουργήματα", αλλά σκέφτομαι ότι κι αυτά "παιδιά" του μυαλού μου είναι, για κάποιο λόγο θα έκατσα να τα κάνω όλα αυτά!
Για την ιστορία, πάντως, το περιοδικό δεν κυκλοφόρησε ποτέ...

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Νέα Ταυτότητα

Ο Prophet Estarian σίγουρα θα με "κράξει" που παλινδρομώ έτσι και δημιουργώ παραφωνίες στην απόλυτη αρμονία της συμπαντικής ισορροπίας, αλλά πρέπει να μοιραστώ με τους αναγνώστες μου (λέμε τώρα!) τη νέα μου ιδεοληψία: για λίγο καιρό (δηλαδή μέχρι να διαβάσω δυο-τρία σχετικά βιβλία, να το "ζήσω" κάπως και να βρω κάτι άλλο που να με αντιπροσωπεύει καλύτερα) αποφάσισα ότι θα είμαι Ατλάντια!
Διάβασα σε ένα βιβλίο σχετικά με τη χρωματοθεραπεία (ή θα έπρεπε να λέγεται χρωμοθεραπεία, τι λες Cleareaching;) ότι οι Ατλάντιοι που έχουν ενσαρκωθεί σε αυτήν την εποχή του Ανθρώπινου Πολιτισμού, επιλέγουν ενστικτωδώς, μέσα από οποιαδήποτε γκάμα χρωμάτων, όλες τις αποχρώσεις του μπλε και του πράσινου και αισθάνονται χαμένοι και ξένοι σε όποιο περιβάλλον κι αν βρεθούν.
Θα μου παραθέσεις, αγαπητέ αναγνώστη, με την ευγενική πρόθεση να με επαναφέρεις στην πραγματικότητα, διάφορα στατιστικά στοιχεία, του τύπου "ποιος δεν αισθάνεται χαμένος τη σήμερον ημέραν", "το μπλε και το πράσινο είναι η ενστικτώδης επιλογή του 90% των ανθρώπων που κατοικούν στον πλανήτη" και άλλα τινα...
Αλλά δε θα σε ακούσω, το ξέρεις. Γιατί προσπαθείς να πείσεις με λογικά επιχειρήματα και στατιστικά δεδομένα, έναν άνθρωπο που μέχρι τα 30 του πίστευε ότι το μαθηματικό σύμβολο του απείρου είναι απλά ένα ανάποδο οκτώ που-δεν-ξέρω-πού-στο-καλό-χρησιμεύει-και-ποιος-βλάκας-το-αναποδογύρισε!
Δε θα σε ακούσω επίσης, γιατί (όπως κατάλαβα από αυτά που μου έγραψε χθες η Cleareaching) και το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μου προσπαθεί να κάνει το ίδιο ακριβώς με εσένα εδώ και 36 συναπτά έτη, αλλά όλα πάνε στο βρόντο, γιατί το δεξί (το ημισφαίριο) μπορεί να είναι μουγκό, αλλά φαίνεται ότι έχει βρει τον τρόπο να επιβάλλεται πάραυτα. Καημένο αριστερό μου ημισφαίριο, θα πρέπει να νιώθεις σαν τη μύγα μες στο γάλα!
Για να επανέλθω στο θέμα, εφόσον αποφάσισα ότι θα είμαι Ατλάντια, παράγγειλα και μερικά σχετικά βιβλία, να ενημερωθώ κάπως για την "καταγωγή" μου. Μαζί τους, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, παράγγειλα και μια "Εισαγωγή στην Κβαντική Φυσική" -θα πρέπει να διεξήχθη απίστευτη μάχη μεταξύ των ημισφαιρίων μου για να συμβεί κάτι τέτοιο, το αριστερό θα πρέπει να έβαλε για τα καλά το δεξί στη θέση του (τη δεξιά, εννοώ, αυτό δεν μπορεί να μεταβληθεί φαντάζομαι, δεν έχω ακούσει ποτέ κανέναν να άλλαξε θέσεις στα ημισφαίρια του εγκεφάλου του ), να του είπε κάτι σαν: "παράτα μας βρε βλάκα με τους Ατλάντιους και τα συναφή, άσ' την να διαβάσει και κάτι πιο επιστημονικό, δεν τη βλέπεις ότι είναι ζαβή;"
Το δεξί ημισφαίριο θα ένευσε συγκαταβατικά, έτσι για να μη χαλάσει τη διάθεση του πλησίον του, αλλά λίγο αργότερα κατάφερε το τελειωτικό χτύπημα στο ανυποψίαστο αριστερό ημισφαίριο: με έπεισε να παραγγείλω και ένα εγχειρίδιο για τους Οργονίτες!

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Επέτειος

Το να "θυμάσαι" την ημερομηνία των γενεθλίων σου και να τη γιορτάζεις κάθε χρόνο, μπορώ να το καταλάβω: είναι η ημέρα που ήρθες στη ζωή, εξακολουθείς (παρά τα δυσοίωνα στατιστικά δεδομένα) να είσαι ζωντανός ύστερα από ... χρόνια και κατάφερες κουτσά στραβά να επιβιώσεις σε αυτόν τον άγριο κόσμο, το γεμάτο κακούς δασκάλους, ακόμα χειρότερους μαθητές, αδυσώπητους εργοδότες, αναξιόπιστους φίλους, ρηχούς εραστές/ ερωμένες, ενίοτε και άσχετους γονείς. Όσο να πεις, είναι κάτι που αξίζει να το γλεντάς!
Προσωπικά, βέβαια, το έχω κόψει το άθλημα: όταν έκλεισα τα 33 ή 34 (δε θυμάμαι ακριβώς) κάλεσα στο σπίτι δύο φίλους (δια της random choice μεθόδου) και τους ανακοίνωσα ότι, για εμένα, αυτά θα ήταν τα τελευταία μου γενέθλια. Τα οποία γενέθλια έμειναν αξέχαστα, όπως θα έπρεπε να είναι τα τελευταία γενέθλια κάποιου, όχι επειδή ειπώθηκαν μεγάλα λόγια και έπαινοι για την έως τώρα πορεία της εορτάζουσας, αλλά γιατί ο σύζυγός της κατάφερε να αναποδογυρίσει την τούρτα της και να την κάνει να δείχνει σαν τερατούργημα ερασιτέχνη ζαχαροπλάστη - περίπου όπως έβλεπε τη ζωή της η συμβία του, δηλαδή (κοίτα να δεις συμπτώσεις)!
Το να γιορτάζεις την επέτειο του γάμου, του αρραβώνα ή της γνωριμίας σου με το έτερόν σου ήμισυ, είναι επίσης κατανοητό: είσαι επί ...... συναπτά έτη με τον ίδιο άνθρωπο, έχετε περάσει μαζί τόσες όμορφες στιγμές κι άλλες τόσες ή και περισσότερες άσχημες, πιθανώς να έχετε και ένα- δυο παιδιά, ένα σκύλο ή καμιά τρελάρα γάτα (όπως εμείς), κοιμάστε κάθε νύχτα στο ίδιο κρεβάτι, ξυπνάτε κάθε πρωί στο ίδιο κρεβάτι, τα κουτσοκαταφέρνετε οικονομικά παρά την κρίση, και τελοσπάντων, κάτι είναι κι αυτό.
(Τώρα, ένας συνήγορος του οξαποδώ (εγώ εν προκειμένω), θα μπορούσε να σας αντιτάξει ότι όλο αυτό ακούγεται κάπως... εχμ... κακόμοιρο, βαρετό, ρουτινιάρικο, θλιβερό, εφιαλτικό βρε παιδί μου και ποιος ο λόγος να εορτάζεται, αλλά μη του δώσετε σημασία, είναι ρηχός, κακεντρεχής και του αρέσει να σπέρνει ζιζάνια...)
Εντάξει, μπορώ να το καταπιώ κι αυτό με τη χάλκινη, την αργυρή και τη χρυσή επέτειο (την τελευταία βέβαια ελάχιστοι είχαν την ευκαιρία να την εορτάσουν, εφόσον προϋποθέτει καμιά πενηνταριά έτη γάμου), λες και παίρνεις μετάλλιο επίδοσης συζυγικού βίου. Πριν βιαστείτε να με καταδικάσετε, θα σας εξομολογηθώ ότι γιορτάζω κι εγώ την επέτειο του γάμου μου! Ακολουθώ απλά ένα κάπως πιο ανορθόδοξο "τελετουργικό": μερικές ημέρες πριν από την επέτειο, κάνω τον απολογισμό της κοινής μας ζωής, μετανιώνω πικρά για την επιλογή μου, τα βάζω με θεούς και δαίμονες και αποφασίζω να χωρίσω. Το λέω στο σύζυγό μου, του εξηγώ ότι η απόφασή μου είναι τελεσίδικη και αδιαπραγμάτευτη και να μην προσπαθήσει να με μεταπείσει (πράγμα που δε συμβαίνει ΠΟΤΕ), παίρνω μερικά προσωπικά μου αντικείμενα και τη γάτα και πηγαίνω κατηφής στο πατρικό μου. Την ημέρα της επετείου, και αφού το έχω φιλοσοφήσει το θέμα, επιστρέφω στη συζυγική εστία νηφάλια και πιο ερωτευμένη από ποτέ, για να γιορτάσουμε μαζί τα χρόνια που ταλαιπωρούμε ο ένας τον άλλον με τα νάζια και τις γκρίνιες μας!
Και την ονομαστική εορτή μπορώ να την αποδεχτώ ως ένα είδος επετείου: γιορτάζει ο Άγιος/ Αγία που φέρει το όνομά σου, γιορτάζεις κι εσύ το όνομα με το οποίο βαπτίστηκες και -θέλεις δε θέλεις- θα σε ακολουθεί καθ' όλη τη διάρκεια της γήινης ζωής σου (όλα αυτά αφορούν όσους έχουν ασπαστεί το Χριστιανισμό, οι γνώσεις μου όσον αφορά σε άλλες θρησκείες ή δόγματα είναι δυστυχώς ελλιπείς). Ωραία όλα αυτά... αν σε λένε Αλέξανδρο, Μαρία, Γιάννη, Κώστα, Δανάη ή δεν ξέρω τι άλλο. Αν σε έχουν βαπτίσει Θεοδώρα όμως, όπως την υποφαινόμενη, η γιορτή σου είναι κινητή, συνεπώς κανείς δεν τη θυμάται ποτέ (ούτε καν εσύ ο ίδιος), και "πέφτει" πάντα Ψυχοσάββατο, οπότε λόγω της ημέρας θα ήταν καλύτερο να σερβίρεις τους επισκέπτες σου κόλλυβα και όχι γλυκό, τότε δε μένει παρά να διαγράψεις και αυτό το είδος επετείου από το χάρτη. Δε συζητώ καν την περίπτωση να μπαίνεις στον κόπο να υπενθυμίζεις στον εαυτό σου κάθε χρόνο πόσο λάθος ήταν η επιλογή των αγαπητών σου γονέων να σε βαφτίσουν Πάτρα ή Κουζίνα ή Χελώνα ή Δρακουλάκο (υπάρχουν όλα, το έχω ψάξει)! Αυτό νομίζω ότι αγγίζει τα όρια της διαστροφής!
Όλα τα παραπάνω μπορώ μέχρι ενός σημείου να τα καταλάβω και να τα σεβαστώ -περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, άλλωστε!
Αυτό όμως για το οποίο δεν μπορώ να βρω καμιά δικαιολογία, όσο κι αν έχω προσπαθήσει,είναι η Επέτειος Θανάτου, το λεγόμενο μνημόσυνο δηλαδή. Την Κυριακή που μας πέρασε, τελέσαμε το ετήσιο μνημόσυνο της μητέρας μου. Πήγαμε στην Εκκλησία, ανάψαμε κεριά, ο ιερέας, ως διάμεσος του Κυρίου, μάς διαβεβαίωσε ότι η μαμά βρίσκεται στον ουρανό, ανάμεσα στους αγγέλους, ευτυχισμένη και απαλλαγμένη από τα βάρη των αμαρτιών της (σε αυτό το σημείο είχα τις ενστάσεις μου, αλλά είπα να μην το κάνω θέμα), κλάψαμε και φύγαμε να πάμε στο καφενείο για τα καθιερωμένα συλλυπητήρια κι ύστερα στο σπίτι, να φάμε όλοι μαζί (στο νεκροταφείο, απ' ό,τι μας είπαν οι "μυημένοι", δε χρειάζεται να πας τη συγκεκριμένη ημέρα!) . Γνωρίζω (σε αδρές γραμμές) ότι για την Εκκλησία τα σαράντα, τα τρίμηνα κ.τ.λ. συμβολίζουν τα στάδια μετάβασης της ανθρώπινης ψυχής στην άυλη κατάσταση. Τα καφενεία κι όλες αυτές οι εφευρέσεις, όμως, αυτή η παράξενη "γιορτή" που στήνεται σε κάθε μνημόσυνο, ποιο λόγο ύπαρξης έχουν; Αυτός ο καφές της παρηγοριάς, καθόλη τη διάρκεια του οποίου όλοι οι "συλλυπούντες" -και οι "λυπημένοι" ενίοτε- επιδίδονται σε ανελέητη κοινωνική κριτική, αυτό το γεύμα όπου όλοι "πενθούν" μεταξύ τύρου και αχλαδίου, δεν είναι στ' αλήθεια κουταμάρες; Δηλαδή, τι; Στήνουμε μια τάχα πένθιμη "γιορτή"; Και ποιο ακριβώς είναι το νόημά της; Κάτι σαν "πέρασαν σαράντα ημέρες, ένας χρόνος, κοίτα να δεις πώς περνάει ο καιρός βρε παιδί μου;"
Έτσι ήταν και στη δική μας περίπτωση, φυσικά.
Κατά τη διάρκεια του καφέ συζητούσαμε μεταξύ μας, μερικές φορές γελούσαμε κιόλας, δίνοντας μηχανικά τα χέρια μας σε όποιους μας έτειναν τα δικά τους, λες και παρευρισκόμασταν σε κάποιου είδους συνεστίαση, λες και βρισκόμαστε εκεί για κάποιον άλλο λόγο κι όχι επειδή πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος από τότε που έφυγε ο άνθρωπός μας...
Θα μπορούσα να μας δικαιολογήσω, να σκεφτώ ότι τα τελευταία χρόνια είχαμε για σπίτι μας τα νοσοκομεία, κάναμε Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και Πάσχα σε θαλάμους νοσηλείας, στολίζοντας τα θλιβερά κομοδίνα των ασθενών μας πότε με λαμπιόνια και Άι Βασίληδες και πότε με αυγά και κότες από αφρολέξ. Ναι, θα μπορούσα να μας δικαιολογήσω, γιατί τρόπον τινά "ιδρυματιστήκαμε", κάναμε ένα κουβάρι τη χαρά με τη λύπη, την απόγνωση με την ευτυχία για να μπορέσουμε να αντέξουμε.
Αλλά δεν μπορώ να το κάνω αυτό, δεν μπορώ να το δικαιολογήσω, γιατί μετά το φιάσκο του καφέ ακολούθησε το γεύμα με θέα τη θάλασσα, το κρασί και το γλυκό, κάποιοι συγγενείς που μας επισκέφτηκαν στο σπίτι για καφέ... Κι ύστερα, αφού έφυγαν όλοι, η ερώτηση του άντρα μου: "Πέρασες καλά σήμερα, αγάπη μου"; Ο καημένος, είχε ξεχάσει, όπως και όλοι μας, ότι όλα αυτά είχαν γίνει για μια Επέτειο Θανάτου!
Το παράλογο της ερώτησης με ξύπνησε από τον πνευματικό λήθαργο της ημέρας. Απογοητευμένη από τον εαυτό μου, άνοιξα ένα από τα "πακετάκια" του μνημοσύνου (λες και περίμενα να ανακαλύψω κάτι μη αναμενόμενο εκεί μέσα) και ξετύλιξα το σελοφάν από το ατομικό πλαστικό κουταλάκι που βρήκα εντός του. Κάτω από το βολικό κουταλάκι, μια καρτούλα: Σας ευχαριστούμε για τη συμμετοχή σας στο πένθος μας... . Συμμετοχή... ενδιαφέρουσα η προσέγγιση ομολογουμένως, και απόλυτα ταιριαστή με το πνεύμα της ημέρας.
Όχι, δεν μπορώ να βρω κανέναν απολύτως λόγο για να "τιμά" κανείς τέτοιου είδους μακάβριες επετείους...

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Περί ταυτότητας, γείωσης και ανώμαλης προσγείωσης

Μου πήρε 35 χρόνια για να το καταλάβω, αλλά είμαι σίγουρη πλέον: κύρια αιτία των δεινών μου είναι ότι δεν πατάω γερά στη γη! Μερικές φορές πατάω με το ένα πόδι μόνο -το άλλο βρίσκεται σε κάποιο παράλληλο σύμπαν- αλλά τις περισσότερες αεροβατώ και η "σύνδεσή" μου με το έδαφος είναι εξαιρετικά δύσκολη (καταλαβαίνω όμως πολύ καλά πώς αισθάνονται οι αστροναύτες όταν αιωρούνται μέσα στα διαστημόπλοια λόγω της έλλειψης βαρύτητας).
H αδυναμία αυτή να ισορροπήσω επάνω στη γη και να αποδεχθώ την ταυτότητά μου (whatever that means!) εκδηλώθηκε νομίζω από την πρώτη κιόλας στιγμή που ήρθα στον κόσμο.
Γεννήθηκα στενοχωρημένη και παραπονιάρα, με τα δάκρυα μόνιμο αξεσουάρ στα μάτια μου, σαν να μην ήθελα να είμαι εδώ, λες και είχα επιλέξει λάθος στάση για να κατέβω. Ίσως αυτό να οφειλόταν στο ότι καθ' όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της η μητέρα μου περνούσε μια ψιλοκατάθλιψη κι εγώ είχα συντονιστεί με τις αρνητικές δονήσεις της, ή στο ότι η ψυχή μου για κάποιο λόγο άλλαξε γνώμη για τη συγκεκριμένη ενσάρκωσή της, αλλά ήταν πια πολύ αργά για να αναστρέψει τις διαδικασίες.
Μπορεί ακόμα οι Μοίρες που επισκέπτονται τα νεογέννητα στην κούνια τους να διαφώνησαν πάνω από το κεφάλι μου και να άφησαν μισές τις ευχές τους -κι ίσως εγώ κάτι να ψυχανεμίστηκα και να έμεινα αιώνια παραπονεμένη... Ή υπάρχει η πιθανότητα κάποιοι πλανήτες να μην ευθυγραμμίστηκαν σωστά τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα και αυτό να είχε ολέθριες επιπτώσεις στην κράση και την ιδιοσυγκρασία μου. Σε μια περισσότερο "επιστημονική" version που μου κάθισε στο μυαλό τελευταία, υπάρχει η πιθανότητα ακόμα και κάποιου κακού ιατρικού χειρισμού (δεν ξέρω τι θα μπορούσε να ήταν, αλλά το επεξεργάζομαι).
Παρά τη μουρμούρα και το ατελείωτο κλάμα μου, κατάφερα να επιβιώσω.
Ο κόσμος όμως δε με χώρεσε ποτέ. Από πολύ μικρή ηλικία άρχισα να ερευνώ τους λόγους της ύπαρξής μου σε βάθος, καταλήγοντας πάντα σε αλλόκοτα συμπεράσματα:
στην πραγματικότητα δεν ήμουν άνθρωπος αλλά μια κακιά μάγισσα (βαθύτατα καταπιεσμένο "σκοτεινό" μέρος του Εαυτού το ονόμασα αργότερα), δεν ήμουν άνθρωπος αλλά ξωτικό ή νεράιδα και σύντομα θα επέστρεφα στη λίμνη/ δάσος/ ξέφωτο όπου είχα γεννηθεί (αυτό το πιστεύω ακόμα και σήμερα), δεν ήμουν άνθρωπος αλλά βαμπίρ (αυτό μου "κόλλησε" στην εφηβεία), δεν ήμουν ΕΓΩ, αλλά κάποια άλλη (αυτό συνέβαινε όποτε κοιταζόμουν για πολλή ώρα στον καθρέφτη), δεν ανήκα σε αυτήν την οικογένεια, ήμουν υιοθετημένη (έψαχνα μάλιστα τα σχετικά έγγραφα και το διέδιδα σε όλους τους συμμαθητές μου στο Δημοτικό. Όταν, στα 25 μου, η Νικολούλη αποκάλυψε ότι στο Μαιευτήριο που γεννήθηκα είχε δημιουργηθεί ένα απίστευτο σκάνδαλο "ανταλλαγής" βρεφών ακριβώς το διάστημα που βρισκόμουν κι εγώ εκεί, αναθάρρησα).
Μου άρεσαν πολύ οι λέξεις, ειδικά οι περίεργες, αυτές με τις πολλές συλλαβές, τις οποίες όμως ερμήνευα όπως ήθελα, ανάλογα με το ηχόχρωμά τους, τη "γεύση" που άφηναν στη γλώσσα μου ή τις εικόνες που έφερναν στο μυαλό μου: η λέξη "αποκρουστικός", για παράδειγμα, μού άφηνε μια παράξενη, ευχάριστη αίσθηση, την είχα συνδέσει με τη διαφήμιση ενός σαμπουάν και περνούσα ολόκληρα πρωινά στη βεράντα του σπιτιού μας αναπαριστώντας το διαφημιστικό, παραλλαγμένο, με τη λέξη "αποκρουστικός" να επαναλαμβάνεται αέναα. Η λέξη "κοκότα" από την άλλη, κάπως αστεία αλλά ιδιαιτέρως ενοχλητική για τον ουρανίσκο, πίστευα αρχικά ότι ήταν δικό μου δημιούργημα, καθώς δεν την είχα διαβάσει πουθενά. Αυτή η λέξη σήμαινε για εμένα μια κακιά μάγισσα, ντυμένη στα μαύρα, κουτσοδόντα και μοχθηρή, σαν αυτές των παιδικών παραμυθιών. Μάλιστα, την περίοδο που πίστευα ότι ήμουν κι εγώ μάγισσα, ήθελα να με φωνάζουν "Μάγισσα Κοκότα", θεωρώντας ότι αυτό μού προσέδιδε μεγαλύτερο κύρος...
Αλλόκοτες ήταν και οι αντιδράσεις μου όταν άρχισα να έρχομαι σε πιο στενή επαφή με ανθρώπους εκτός του στενού οικογενειακού μου κύκλου. Οι συνήθεις ερωτήσεις στις οποίες απαντά σχεδόν αυτόματα ένα παιδί ή ένας έφηβος ορίζοντας την ταυτότητά του, τη θέση του τελοσπάντων στον κόσμο, για εμένα αποτελούσαν σκέτες σπαζοκεφαλιές. "Πώς σε λένε", "Τι τάξη πας", "Πού μένεις", "Ποιο είναι το αγαπημένο σου τραγούδι", "Τι μουσική ακούς", "Ποια είναι τα προτερήματα και τα ελαττώματά σου", "Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις", είναι μόνο μερικές από τις ερωτήσεις που πραγματικά μου προκαλούσαν πονοκέφαλο, καθώς στο δικό μου σύμπαν δεν υπήρχε και εξακολουθεί εν πολλοίς να μην υπάρχει διαχωριστική γραμμή μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας.
Έτσι, με λένε Δώρα, Θεοδώρα, αλλά και Elfie, Πενθεσίλεια, Pamela. Μένω στο Λαύριο κάποιους μήνες το χρόνο, αλλά έχω και μια εξοχική κατοικία στο Λόριεν, διατηρώ ένα διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας και μια αγροικία κάπου στη Νότια Γαλλία. Επίσης, μπορώ να σας πω ποια μουσική προτιμώ και να σας αναλύσω διεξοδικά τα προτερήματα και τα ελαττώματά μου, αλλά όλα αυτά ισχύουν μόνο για σήμερα, για τώρα. Αύριο μπορεί να έχω αλλάξει γνώμη, όχι μόνο για εμένα, αλλά και για τον κόσμο ολόκληρο...
Όσο για το "τι θα γίνω όταν μεγαλώσω"! Αυτή είναι μια ερώτηση που παραμένει ακόμα αναπάντητη, κι ας έχω μεγαλώσει, κι ας μη με ρωτά κανένας πια...
Σαν συνέπεια αυτής της διαρκώς μεταβαλλόμενης ιδέας μου για την προσωπική μου ταυτότητα, "πειράχθηκε" λιγάκι το νευρικό μου σύστημα. Αφορμή για αυτό στάθηκε η έμφυτη, αρρωστημένη πολλές φορές περιέργειά μου. Ως την ηλικία των 14, είχα αμφισβητήσει τους πάντες και τα πάντα, εκτός από την ύπαρξη του Θεού. Μια μέρα, επιστρέφοντας στο σπίτι από το σχολείο, βρήκα πεσμένο στο δρόμο ένα φυλλάδιο. Το ανασήκωσα. Στην πρώτη σελίδα, με μεγάλα μαύρα γράμματα, υπήρχε τυπωμένη η ερώτηση που έμελλε να με βασανίσει για πάρα πολλά χρόνια: "ΕΙΣΤΕ ΣΙΓΟΥΡΟΙ ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ";
Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ! Ήμουν σίγουρη; Φυσικά και δεν ήμουν, δεν είχε τύχει ποτέ να τον δω ή να συνομιλήσω μαζί του, να βιώσω κάποιο θαύμα, να δω έναν Αρχάγγελο να με καθοδηγεί στον ύπνο μου ή κάτι τέτοιο. Άρα; Άρα δε θα μπορούσα να απαντήσω με σιγουριά σε αυτήν την ερώτηση. Αν όμως δεν υπήρχε Θεός, τότε εγώ, όπως και όλος ο κόσμος, ήμουν απόλυτα ανθρώπινη, φθαρτή, εκτεθειμένη σε ένα σωρό αρρώστιες και ατυχίες, εντελώς αβοήθητη. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που προσγειώθηκα απότομα στη γη. Έγινα αρρωστοφοβική, μικροβιοφοβική, αγοραφοβική, φοβική γενικότερα. Δημιούργησα και πάλι έναν δικό μου κόσμο, ζοφερό αυτή τη φορά, γεμάτο εφιάλτες, κακές σκέψεις, φόβους και δυσοίωνα μηνύματα.
Η πρώτη αυτή "προσγείωση" είχε μικρή διάρκεια. Επισκιάστηκε γρήγορα από την ανάγκη, την εμμονή μου να μην είμαι εδώ, τουλάχιστον όχι "ολόκληρη"... Ο σκοτεινός νέος μου κόσμος με "ρούφηξε" κυριολεκτικά. Μετά από αυτήν την πρώτη, επώδυνη γείωση, η έλλειψη ισορροπίας που λέγαμε "σωματοποιήθηκε": δεν ένιωσα ποτέ ξανά τα πόδια μου να πατούν σταθερά στο έδαφος, ζαλίζομαι πάντα όταν περπατώ, αισθάνομαι ότι τα γόνατά μου δεν με κρατούν καλά, είναι έτοιμα να φύγουν από τη θέση τους και να με παρατήσουν στη μέση του δρόμου, ανίκανη κι ανήμπορη...
Σε αυτόν τον κόσμο έζησα για πάρα πολύ καιρό, με μικρά διαστήματα ανάπαυσης, κάτι σαν μεσημεριανή σιέστα, σαν ένα διάλειμμα για τσιγάρο. Είναι παράξενο το πώς το μυαλό μας μπορεί να είναι ταυτόχρονα "πολύ καλά", αλλά και πολύ "άρρωστο"...
Η δεύτερη ανώμαλη προσγείωση ήρθε με την "αναπάντεχη" ασθένεια της μητέρας μου. Θέτω τη λέξη αναπάντεχη σε εισαγωγικά, γιατί πιστεύω ότι αν τα μάτια όλων μας δεν κοιτούσαν το δάχτυλο αλλά τον ουρανό, θα το είχαμε καταλάβει, θα το είχαμε πιάσει στον αέρα...
Τότε ήρθα ξανά σε επαφή με τη γη, αναγκάστηκα να εγκαταλείψω το σύμπαν μου -με το οποίο είχα στο μεταξύ συμβιβαστεί απόλυτα- και να ζήσω στ' αλήθεια ένα ανθρώπινο δράμα, αυτό του πιο αγαπημένου μου πλάσματος, με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια, ως το τέλος.
Αυτή τη φορά, παρέμεινα στο εδώ και το τώρα για δύο ολόκληρα χρόνια. Για πρώτη φορά ίσως είχα τη δυνατότητα να παρακολουθήσω (και όχι να ρίχνω απλά κλεφτές ματιές) στα τεκταινόμενα στον "πραγματικό" κόσμο, να "δω" αυτά που έβλεπαν και οι υπόλοιποι, να είμαι η "Δώρα", μόνο, σκέτο, σαν ανάλατο φαγητό.
Όταν όλα τελείωσαν, είπα να ξαναφύγω, κατά την προσφιλή μου συνήθεια. Τώρα όμως η ολική απουσία δεν ήταν τόσο εύκολη, μέσα σε αυτό το διάστημα τα πάντα είχαν αλλάξει, τα έως τότε θεωρούμενα ως δεδομένα αποτελούσαν απλά παρελθόν. Αυτή τη φορά, και με τη βοήθεια ενός πολύ καλού ψυχοθεραπευτή, κατάλαβα ότι η γείωση είναι τελικά κάτι χειροπιαστό και ουσιαστικό, συνειδητοποίησα τη σημασία της, αναγκάστηκα να δω το θέμα κατάματα και να κάνω συνειδητή προσπάθεια για να βρίσκομαι σε μια σχετική επαφή με τη γη.
Ακόμα και τώρα που ξέρω, όμως, εξακολουθούν να υπάρχουν διαστήματα που ξεχνιέμαι για πολύ κάπου αλλού: στα ξέφωτα με τα ξωτικά, σε σπήλαια γεμάτα μυστήρια, σε σελίδες βιβλίων που με έχουν τραβήξει μέσα τους, στη συγγραφή, ενίοτε και στο σκοτεινό κόσμο μου που εξακολουθεί να υφίσταται και είναι πιο τρομερός από ποτέ. Σε αυτά τα διαστήματα δυσκολεύομαι να "προσεδαφιστώ", καταλαβαίνω πως υπάρχει ακόμα ο κίνδυνος κάποιος από αυτούς τους κόσμους να με απορροφήσει ολοκληρωτικά, γίνομαι απίστευτα, επικίνδυνα αφηρημένη.
Χθες το απόγευμα, μια φίλη έβαλε μπροστά μου μερικές κάρτες. "Τράβηξε μία", μου είπε, "θα αντιπροσωπεύει αυτό που πραγματικά χρειάζεσαι". Τράβηξα μια κάρτα χωρίς να δώσω και πολλή σημασία -ήμουν για άλλη μια φορά αλλού. Η κάρτα έγραφε επάνω με κεφαλαία γράμματα τη λέξη "ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ". Φαίνεται πως έχω ακόμα δρόμο μπροστά μου...

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Για τη μαμά

Μανούλα μου, Χρόνια Πολλά...

Σου στέλνω πάλι μια καρτούλα, εκεί που είσαι, στον ουρανό, σαν αυτή που σου έγραψα με τα παιδικά μου γράμματα και τους αδέξιους τόνους του πολυτονικού όταν ήμουν στην Πρώτη Τάξη του Δημοτικού, κι υπάρχει ακόμα μέσα στο κομοδίνο σου...
Μου λείπεις πάρα πάρα πολύ, τόσο που δεν ξέρω πια αν ζω κανονικά ή αν απλά παρακολουθώ τη ζωή να φεύγει...
Το πιο δύσκολο ξέρεις ποιο είναι, μαμά;
Ότι τώρα πια δεν είμαι το παιδί κανενός...
Δεν είσαι εδώ για να μου λες "μην κλαις παιδάκι μου, θα αρρωστήσεις, μην αδυνατίζεις άλλο, θα σε πιάσουν τα νεύρα σου, φόρα κάτι επάνω σου, έχει κρύο, μη φοβάσαι, είμαι εγώ εδώ..."
Όμως, ένα περίεργο πράγμα, όποτε σκεφτώ το χάδι σου, είναι σαν να το νιώθω επάνω στα μαλλιά μου κι η μυρωδιά σου που ποτίζει τη μνήμη μου, με ησυχάζει τα βράδια που δεν μπορώ να κοιμηθώ...
Σε αγαπώ πολύ, μαμά μου, με πολλούς τόνους και πολλά θαυμαστικά...
Για πάντα!

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Το προφίλ του Έλληνα διαφημιστή (τρίτωσε το κακό)

Συνεχίζω ακάθεκτη, αν και εν τω μεταξύ μου έχει έρθει να γράψω εντελώς διαφορετικά πράγματα... Τι μπορεί να συμπεράνει τελικά κανείς για αυτούς τους άνδρες -γιατί αναμφίβολα πρόκειται περί ανδρών.
Αυτό που νομίζω εγώ, είναι ότι οι εν λόγω εκπρόσωποι του ανδρικού φύλου, έχουν μεγαλώσει και γαλουχηθεί με βάση αυτό το παράξενο στερεότυπο που κυριαρχεί, στην Ελλάδα τουλάχιστον, για τους άνδρες: οι άνδρες είναι αιώνια παιδιά, δε μεγαλώνουν ποτέ, έχουν δικαίωμα να τσιλιμπουρδίζουν -και να... μπουρδίζουν γενικότερα- δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τα επίγεια (σπίτι, φαγητό, οικογένεια, παιδιά), δεν ξέρουν ακόμη, ύστερα από δέκα συναπτά έτη διαμονής στο ίδιο σπίτι, πού στο καλό βρίσκεται η ζάχαρη και οι κάλτσες τους, πετούν απενοχοποιημένα τις τρίχες τους στο μπάνιο, στο νιπτήρα και οπουδήποτε αλλού και έρχονται σετ με τον καναπέ, το τηλεκοντρόλ και κάνα- δυο ρεμάλια φίλους τους.
Ήθελα να πιστεύω ότι το πρότυπο αυτό τείνει να εξαλειφθεί, αλλά τα γεγονότα διαρκώς με διαψεύδουν. Να υπογραμμίσω, σε αυτό το σημείο, ότι ποτέ δεν κατάλαβα για ποιο λόγο οι γυναίκες, οι οποίες ούτως ή άλλως ωριμάζουμε γρήγορα για αμιγώς βιολογικούς λόγους, είμαστε αναγκασμένες από τις οικογένειές μας να επιταχύνουμε ακόμα περισσότερο αυτή τη διαδικασία. Ποιος βλάκας, άραγε, έβγαλε το συμπέρασμα ότι οι γυναίκες δεν είναι κατά βάθος παιδιά; Το έχω ακούσει κι εγώ η ίδια να μου το λένε για το σύζυγό μου: "είναι ένα παιδί, μην τον παρεξηγείς". Σοβαρά; Να σας ενημερώσω, λοιπόν, ότι κι εγώ ένα παιδί είμαι. Είμαι σίγουρη, μάλιστα, ότι αν υπήρχε κάποιου είδους "μετρητής παιδικότητας", θα μπορούσα άνετα να σπάσω το κοντέρ του!
Πίσω στους δημιουργούς των ελληνικών διαφημίσεων, όμως. Όντας οι ίδιοι στην ουσία "παιδιά" του στερεότυπου που ανέφερα παραπάνω, οι άνδρες αυτοί το αναπαράγουν, ηθελημένα ή μη και στη δουλειά τους. Έτσι, η ελληνική διαφήμιση ευλογεί το στερεότυπο και το ξαναφέρνει στην επιφάνεια και την επικαιρότητα, ενώ ανά τον κόσμο συμβαίνουν κοσμογονικές αλλαγές σε αυτόν ακριβώς τον τομέα (σχέσεις των δύο φύλων, θέση της γυναίκας, όπως θέλετε πείτε το).
Ειλικρινά, πιστεύω ότι θα έπρεπε να υφίσταται νόμος που να απαγορεύει ρητά την προβολή αυτών των αποκυημάτων των 30something διαφημιστών. Ο κόσμος εξελίσσεται κι αυτοί παραμένουν εκεί, πιστοί στις αξίες με τις οποίες μεγάλωσαν κι ανίκανοι να τις αποτινάξουν και να κοιτάξουν μπροστά.
Από καθαρά ψυχολογικής σκοπιάς, πιθανώς να πάσχουν από ένα είδος συνδρόμου, το οποίο στην εξελικτική ψυχολογία ονομάζεται "προσκόλληση στο πρωκτικό στάδιο" και ορίζεται από την αδυναμία του ατόμου να προχωρήσει ομαλά προς τα επόμενα στάδια, τον τρόμο του δηλαδή μπροστά στον απογαλακτισμό, την προσωπική ενηλικίωση και την ανάληψη των ευθυνών του εαυτού του. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι ο πολιτισμός μας, όπως είναι σήμερα, βρίθει τέτοιων παραδειγμάτων και ουσιαστικά δομείται και στηρίζεται στα θεμέλια αυτής ακριβώς της παρατεταμένης προσκόλλησης στο πρωκτικό στάδιο της ανθρώπινης εξέλιξης.
Αναμένω τα σχόλια και τις όποιες διορθώσεις σας.

Το προφίλ του Έλληνα διαφημιστή ΙΙ

Είχαμε μείνει, λοιπόν, στο περίφημο προφίλ του Έλληνα διαφημιστή. Όπως έχω ήδη αναφέρει, δε στηρίζω την άποψή μου σε επισταμένη έρευνα του θέματος. Αντίθετα, η κρίση μου είναι καθαρά υποκειμενική. Κρίνω από τα έργα. Και τα έργα εν προκειμένω είναι οι διαφημίσεις. Τα τελευταία χρόνια έχω δει τουλάχιστον 3-4 διαφημιστικά που θεωρώ ότι αν ζούσαμε σε μια λιγότερο προσκολλημένη στις εξ Ανατολάς επιρροές χώρα, θα έπρεπε να μην είχαν βγει ποτέ στο γυαλί -ή, ακόμα καλύτερα, να μην υπήρχαν καν στη σφαίρα της σύλληψης, ως πρωτόλειο υλικό.
Σε κάθε ένα από αυτά τα πονήματα, το μοτίβο είναι το ίδιο κι απαράλλαχτο: ο Έλλην άνδρας σύζυγος, αιώνιο παιδί, κουρασμένος αφόρητα από την γκρίνια και την κρεβατομουρμούρα της συμβίας του, φαντασιώνεται ότι (τηλε)μεταφέρεται σε έναν καλύτερο κόσμο, γεμάτο ουρί του Παραδείσου, πρόθυμα να ικανοποιήσουν κάθε επιθυμία του και φυσικά μουγκά. Ή, ο Έλλην σύζυγος "παγώνει" με το τηλεκοντρόλ -την προέκταση, δηλαδή, της παλάμης του- το χρόνο και παρακολουθούμε τη σύζυγό του να ωρύεται εις μάτην για την ακαταστασία που επικρατεί στο σαλόνι, τον κόσμο γύρω του να καίγεται σε αργή κίνηση και εκείνον -οποία έκπληξις!- να οραματίζεται ως άλλος Βούδας ότι διάγει βίον βασιλικόν, γεμάτο γυναίκες, αλκοόλ, ποδόσφαιρο και ηλιθιότητα. Ή, ακόμα χειρότερα, ο Έλλην σύζυγος ανακοινώνει στους φίλους του ότι θα αποκτήσει διάδοχο, τον οποίο προορίζει για ποδοσφαιριστή υψηλού επιπέδου. Όταν οι φίλοι του τον ρωτούν τι σκέφτεται για την περίπτωση που ο δελφίνος αποδειχτεί θηλυκού γένους -ως γνωστόν, τα αρσενικά αυγουλάκια αργούν λιγάκι να επιλέξουν φύλο- εκείνος χάνει τον κόσμο γύρω του και χρειάζεται ένα βλακώδες αστείο από την πλευρά της παρέας του, για να σπάσει ο πάγος και να αποφύγει το επερχόμενο εγκεφαλικό.
Σημειώνω εδώ ότι όλες αυτές τις χαρές της ζωής, ο Έλλην άνδρας τις βιώνει αλλάζοντας τα πάντα γύρω του εκτός από τον εαυτό του: εκείνος εξακολουθεί να είναι κοντούλης, χοντρούλης, καραφλούλης, ασχημούλης και -το κυριότερο- ψιλοβλάκας, αλλά οι γυναίκες που τον περιστοιχίζουν είναι fit στα όρια της ανορεξίας, τα αυτοκίνητα τεράστια, η ζωή πληθωρική και οι απολαύσεις αμέτρητες. Δεν αντέχω, θα θέσω το ερώτημα: Quo Vadis, Καραμήτρο;
Τι συμπέρασμα βγάζετε εσείς από όλα αυτά; Τα δικά μου συμπεράσματα τα έχω ήδη αναφέρει εν μέρει και σκοπεύω να επεκταθώ σε επόμενη ανάρτηση (θα τραβήξει πολύ αυτό, δεν το περίμενα).
Πριν κλείσω, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι δεν συγκαταλέγομαι στις φανατικές φεμινίστριες, ο άνδρας μου δεν πληροί (τουλάχιστον όχι στο σύνολό τους) τις "προδιαγραφές" των ανδρών που σκιαγραφούνται εδώ και, όχι, δεν είμαι σε καμία περίπτωση μίσανδρη. Ίσως γι' αυτό και να απορώ τόσο...

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Το προφίλ του Έλληνα διαφημιστή και μια παρένθεση

Δεν είμαι ψυχολόγος, ούτε διαθέτω το σχετικό επιστημονικό υπόβαθρο για να προβαίνω σε τέτοιου είδους δηλώσεις, αλλά πραγματικά με τρώει η γλώσσα μου: νομίζω ότι μπορώ να σας παρουσιάσω με χειρουργική ακρίβεια το ψυχολογικό προφίλ ενός μέσου Έλληνα διαφημιστή (αναφέρομαι σε εκείνους που ασχολούνται με τον (αμφι)λεγόμενο δημιουργικό τομέα της διαφήμισης).
Κατ' αρχάς είναι άνδρας, γύρω στα 35-45, συνήθως χωρισμένος ή απογοητευμένος από τις έως τώρα σχέσεις του -άρα φαλλοκράτης- καριερίστας, εξυπνάκιας, ξερόλας, καλλιτέχνης αλλά και καπιτάλας, κουλτουριάρης επιφανειακά (είπαμε, δημιουργικό τμήμα), αλλά στο βάθος κλασικός Νεοέλλην μαμούχαλος, που προσμένει με λαχτάρα την ώρα που θα δει την Πάνια σε επανάληψη (στην κανονική ώρα προβολής βρίσκεται συνήθως στο γραφείο και σιχτιρίζει την τύχη του, αλλά δε θα το ομολογήσει ποτέ δημόσια) για να χαρεί με την κατάντια των άλλων.
Παρενθετικά αναφέρω ότι αυτό το πράγμα δεν το κατάλαβα ποτέ: πώς είναι δυνατόν, πώς τολμάμε να χαιρόμαστε που "υπάρχουν και χειρότερα"! Κάτι τέτοια μου έχουν πει κατά καιρούς γνωστοί και φίλοι, για να με παρηγορήσουν όταν παραπονιόμουν ότι όλα είναι χάλια. "Κοίτα τα χειρότερα". Πράγμα που πρακτικά σημαίνει ότι θα έπρεπε να σκέφτομαι ως εξής: " εγώ παθαίνω κρίσεις άσθματος και κοντεύω να χάσω την τάξη από τις απουσίες, αλλά για να δω, χμ, ο τάδε ΠΕΘΑΝΕ από το άσθμα, άρα πρέπει να χαίρομαι!" Ή "δεν έχω γκόμενο, αλλά η δείνα έχασε το φίλο της σε τροχαίο", τι να πει κι αυτή, εγώ τουλάχιστον δεν έχω χάσει κανέναν δικό μου. Αρνούμαι να το κάνω αυτό, μου φαίνεται αφόρητα, εκνευριστικά ηλίθιο και απάνθρωπο. Προσωπικά, η δυστυχία και ο πόνος που βλέπω γύρω μου με πνίγουν, με αρρωσταίνουν, με κάνουν να θέλω να πηδήξω από το μπαλκόνι. Αυτή η στάση μου απέναντι στα στενόχωρα εξωτερικά ερεθίσματα είναι εξοντωτική, αλλά όταν κάποια ανθρωπάρια χρησιμοποίησαν τα δικά μου βάσανα για να βαυκαλιστούν ότι "καλά είμαι εγώ, υπάρχουν και χειρότερα", δε χρειάστηκε να χάσω τον ύπνο μου αυτοτιμωρούμενη για το ότι κάτι παρόμοιο είχα κάνει κι εγώ στο παρελθόν. Δυστυχώς, φίλοι μου, δε σας υπέγραψε ποτέ κανείς συμβόλαιο ότι δε θα μπείτε κάποτε κι εσείς στη θέση εκείνων "των κακόμοιρων"! Απεύχομαι φυσικά το κακό οποιουδήποτε, αλλά με εκνευρίζει αυτή η γελοιότητα.
Μεγάλη η παρένθεση. Πού είχαμε μείνει; Α, στους διαφημιστές.
Θα συνεχίσω το πρωί, έγινα κουραστική.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Τα μπλε λουστρινένια παπούτσια

Δεν ξέρω αν έχετε δει την ταινία " Confessions of a Shopaholic". Ανήκει στο αμιγώς ψυχαγωγικό είδος κινηματογράφου και παρουσιάζει τη ζωή μιας κοπέλας που έχει απίστευτη μανία με τα ψώνια. Αυτός ο εθισμός της γίνεται η αιτία για μια σειρά ξεκαρδιστικών αλλά και άκρως επικίνδυνων καταστάσεων: φορτώνεται με έναν διψήφιο αριθμό πιστωτικών καρτών, ψεύδεται για τα πάντα, χάνει τη δουλειά της και γελοιοποιείται μπροστά στα μάτια του έρωτα της ζωής της. Φυσικά - αμερικάνικος κινηματογράφος γάρ- το τέλος της ταινίας είναι αισιόδοξο και ελπιδοφόρο. Η νεαρά γίνεται μέλος μιας ομάδας Ανώνυμων Shopaholics, πουλά τους σωρούς ρούχων, παπουτσιών και αξεσουάρ με τα οποία έχει γεμίσει ασφυκτικά τις ντουλάπες της και ξανακερδίζει την εμπιστοσύνη του συντρόφου της.
Τελοσπάντων, η υπόθεση δεν έχει και τόση σημασία.
Αυτό που έχει σημασία για εμένα, είναι η πρώτη σκηνή αυτού του φιλμ: ένα κοριτσάκι που φορά απαίσια, σκουρόχρωμα, "γιαγιαδίστικα" παπούτσια, παρατηρεί με δέος τα άλλα κοριτσάκια (και σε κάποιο από τα επόμενα πλάνα μια παρέα νεαρών γυναικών) να δοκιμάζουν μοντέρνα, πολύχρωμα, λαμπερά ρούχα και παπούτσια. Τα θαυμάσια αυτά αγαθά πληρώνονται φυσικά με πιστωτικές κάρτες και το κοριτσάκι υπόσχεται στον εαυτό του ότι κάποια μέρα θα αποκτήσει κι αυτό μια τέτοια μαγική κάρτα...
Όταν είδα αυτή τη σκηνή, πίστεψα ότι με κάποιον αδιανόητο τρόπο ο σεναριογράφος της ταινίας "είδε" τηλεπαθητικά τη ζωή μου -τις απαρχές της, για να είμαι πιο ακριβής. Ήταν λες και κάποιος μπορούσε να περιγράψει καλύτερα κι από εμένα την ίδια το μεγαλύτερό μου ελάττωμα, την αγάπη μου για τα εφήμερα, "φορέσιμα" υλικά αγαθά, η οποία ανάγεται στα παιδικά μου χρόνια. Για να πω την αλήθεια βέβαια, η δική μου μανία εντοπίζεται περισσότερο στα παπούτσια.
Η πρώτη φορά που γεννήθηκε αυτός ο έρωτας ήταν όταν ήμουν περίπου πέντε ετών. Είχαμε βγει με τη μητέρα μου στην αγορά της Νέας Ιωνίας για να μου αγοράσει τα "καλά" μου παπούτσια (μέχρι που έπιασα την πρώτη μου δουλειά, έκαστος εκ των διαμενόντων στο σπίτι μου διέθετε δύο ζευγάρια παπούτσια: ένα "καθημερινό", για να μην πορεύεται στη ζωή ξυπόλητος και ένα "καλό" για τις επίσημες περιστάσεις, όπως γιορτές, γάμους, κηδείες).
Το θέμα είναι ότι εκείνη τη συγκεκριμένη ημέρα, εγώ θαμπώθηκα από ένα ζευγάρι μπλε παπούτσια από μαλακό λουστρίνι, η μύτη των οποίων στολιζόταν από ένα είδος φανταχτερού σουέτ φιόγκου. Τα διεκδίκησα με κάθε δυνατό τρόπο, έκλαψα, φώναξα, ικέτεψα, αλλά η μητέρα μου αρνήθηκε να μου τα αγοράσει γιατί η τιμή τους ήταν τσουχτερή. Κατέληξα λοιπόν με ένα ακόμα ζευγάρι "ορθοπεδικά" καλά παπούτσια, ένα απίστευτο παιδικό τραύμα (ακόμα και σήμερα, στα 36 μου, αυτά τα συγκεκριμένα υποδήματα στοιχειώνουν συχνά τον ούτως ή άλλως ανήσυχο ύπνο μου) και την τελεσίδικη απόφαση ότι όταν μεγαλώσω θα αποκτήσω όσα ζευγάρια παπούτσια θέλω.

Αυτό άργησε λιγάκι να γίνει πραγματικότητα, αλλά όταν έφτασαν οι ένδοξες, αξέχαστες εκείνες εποχές που εργαζόμουν (αμειβόμενη με το αστρονομικό ποσό των 400 περίπου Ευρώ) χωρίς να έχω καμία άλλη υποχρέωση εκτός από το να περνώ καλά, ξεκίνησα να συλλέγω παπούτσια! Ήμουν ευτυχής που μπορούσα πλέον να πραγματοποιήσω το παιδικό μου όνειρο και εμπλούτιζα τη συλλογή μου με πάθος αντίστοιχο αυτού που θα μπορούσε να επιδείξει μια σαρανταποδαρούσα, εάν επιθυμούσε να φορά διαφορετικό παπούτσι στο κάθε ένα από τα πόδια της και να αλλάζει όλα της τα υποδήματα κάθε ημέρα.
Φασούλι το φασούλι, αξιώθηκα να δημιουργήσω μια αξιοσέβαστη συλλογή υποδημάτων, την οποία καμαρώνω και προσέχω σαν κόρη οφθαλμού (τα τελευταία 5-6 χρόνια, βέβαια, αναγκάστηκα να περιοριστώ στο μοτίβο "καθημερινά" και "καλά" που λέγαμε παραπάνω, καθώς τα οικονομικά μου κάθε άλλο παρά ανθηρά είναι).
Αξιοσημείωτα όμως σε σχέση με αυτόν τον εθισμό μου, είναι τα εξής:
1) Ότι δε φορώ παρά ελάχιστα από τα παπούτσια που διαθέτω! Πάσχω βλέπετε από κοιλοποδία: η καμπύλη του πέλματός μου ομοιάζει με την αντίστοιχη μιας μπαλαρίνας (και εκεί σταματούν οι ομοιότητές μου με τις μπαλαρίνες) που στηρίζεται διαρκώς στις μύτες των ποδιών της. Περπατώ σαν πάπια και είναι αδύνατο να φορέσω ψηλοτάκουνα ή στενά σε φόρμα παπούτσια για πάνω από μισή ώρα. Προσπάθησα να αγνοήσω το πρόβλημα και να αψηφήσω τους νόμους της βαρύτητας ισορροπώντας κατά καιρούς σε κάτι πανύψηλα, λεπτεπίλεπτα τακουνάκια, κάτι που είχε ολέθριες επιπτώσεις για τη μέση, τα μετατάρσια και τα γόνατά μου. Πλέον, θα έπρεπε κανονικά να φορώ μόνο ορθοπεδικά υποδήματα και να κοιτώ όλα τα υπόλοιπα παπούτσια μόνο με κυάλια!
2) Δεν επιθύμησα ποτέ ξανά στη ζωή μου να αγοράσω μπλε λουστρινένια παπούτσια. Κι ενώ η συλλογή μου περιλαμβάνει μια μεγάλη γκάμα χρωμάτων, το φωτεινό, λαμπερό μπλε εκείνων των περίφημων παπουτσιών απουσιάζει παντελώς...

Γιατί άραγε επιλέγουμε να επιθυμούμε αυτά (ή αυτούς) που για τον οποιονδήποτε λόγο δεν μπορούμε ή δε χρειάζεται να έχουμε στην κατοχή ή στη ζωή μας; Ποια διαστρεβλωμένη εικόνα της πραγματικότητας κυριαρχεί μέσα μας ώστε να επιθυμούμε πάντα να είμαστε κάτι διαφορετικό, κάτι άλλο από αυτό που είμαστε στ' αλήθεια; Γιατί παραγεμίζουμε τη ζωή -και τις ντουλάπες μας, εν προκειμένω- με ένα σωρό άχρηστα πράγματα; Τι μας ωθεί να δημιουργούμε παντός είδους συλλογές (αντικειμένων, χρημάτων, εραστών, φίλων) με μοναδικό ουσιαστικά στόχο να τις θαυμάζουμε και να ακουμπάμε κατά διαστήματα με υπερηφάνεια το βλέμμα/ τη σκέψη μας επάνω τους;
Και επίσης...
Γιατί το shopping είναι τόσο θεραπευτικό; Για ποιο λόγο μια "συνεδρία" shopping προσφέρει σε κάποιους (όπως η αφεντιά μου) αυτή την τόσο εφήμερη αλλά βαθιά, παιδική θα μπορούσε να πει κανείς ευχαρίστηση; Γιατί τα αστραφτερά, εντυπωσιακά στην όψη αντικείμενα (ή και άνθρωποι, μερικές φορές) προκαλούν σε κάποιους θνητούς τέτοιο χτυποκάρδι, ενώ στην ουσία δεν είναι παρά αυτό που λέμε "the fool's gold"; Ποια κενά προσπαθούμε να καλύψουμε καταναλώνοντας/ αναλώνοντας τη ζωή μας;
Τελικά...
Γιατί, αφού μας αξιώσει ο Θεός να αποκτήσουμε/ συγκεντρώσουμε/ ζήσουμε έστω και ένα μικρό μέρος αυτών που έχουμε επιθυμήσει και ευχηθεί, εμείς εξακολουθούμε να ονειρευόμαστε και να αναπολούμε αυτό το πρώτο "κλικ", το σκίρτημα που αποτέλεσε το κίνητρο για να διαμορφώσουμε τους στόχους και τις προσδοκίες μας (τα λουστρινένια μπλε παπούτσια, ας πούμε) και να αισθανόμαστε ανικανοποίητοι, μισοί, άτυχοι ή οτιδήποτε άλλο;
Δεν έχω φυσικά απάντηση, τουλάχιστον όχι αρκετά ικανοποιητική.
Τα παπούτσια ήταν απλά η αφορμή...

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Αντί Προλόγου
Η πρώτη μου ανάρτηση

Ήρθε η ώρα, επιτέλους! Το ιστολόγιο αυτό δημιουργήθηκε πριν από τρία χρόνια, αλλά μόλις σήμερα θα αποκτήσει υπόσταση, θα γίνει πραγματικά δικό μου. Αφορμή για αυτό στάθηκε η τυχαία, διαδικτυακή μου συνάντηση με έναν άνθρωπο που μου θύμισε πόσο μου αρέσει να γράφω, να δημιουργώ γραπτό κείμενο από τις σκέψεις μου, να βλέπω την αντανάκλαση του νου μου στο χαρτί. Μου είχε λείψει τόσο πολύ αυτό, που αισθάνομαι ότι το κεφάλι μου θα εκραγεί σε χιλιάδες μικρά κομμάτια πολύχρωμων σκέψεων, που θα πλημμυρίσουν τον Ιστό κι έπειτα θα εξαφανιστούν, αστραπιαία, αλλά θεαματικά... Προσπαθώ να συγκρατήσω έστω και μερικά ψήγματα αυτών των σκέψεων -πού ήταν κρυμμένες τόσο καιρό, ποια πορτούλα άνοιξε άραγε στην ψυχή μου και τους έδειξε το δρόμο για την έξοδο; Όπως και να' χει, εγώ είμαι ευτυχής αυτή τη στιγμή! Μπερδεμένη, βαθύτατα αναστατωμένη, αλλά ευτυχής!
Σε ευχαριστώ πολύ, Χριστίνα!

Αυτά τα λίγα εισαγωγικά...
Με λένε Δώρα, αλλά προτιμώ το Αιθήρ, είμαι αέρας σκέτος, ανεμοδούρα για την ακρίβεια, το μυαλό μου τρέχει με ταχύτητες με τις οποίες το σώμα μου αδυνατεί να συμβαδίσει, κάτι που πραγματικά με εξαντλεί. Κάπως έτσι επέλεξα το όνομα του ιστολογίου, με βάση την ψυχοσύνθεσή μου, αλλά και επειδή θέλω όσοι μου κάνουν την τιμή να με διαβάσουν, να γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι τα θέματα με τα οποία θα ασχολούμαι θα είναι πολλά και διαφορετικά, συχνά -αν όχι πάντα- άσχετα και ασύνδετα μεταξύ τους -η εντιμότης πάνω απ' όλα, δε θέλω να σας παραπλανήσω!
Θα επανέλθω σύντομα... δεν έχω μαγειρέψει ακόμα και πεινώ!