Κάποτε εργάστηκα σε ένα ανδρικού ενδιαφέροντος περιοδικό -ξέρετε, σαν αυτά που γνώρισαν ανέλπιστη επιτυχία τη δεκαετία του '90. Μου ζητήθηκε να γράψω μια σειρά διηγημάτων, με "ανδρική" γραφή, όμως, "χωρίς τα νιάου-νιάου και τα σιρόπια των γυναικών". Για κάποιους μήνες προσπάθησα να μπω στην ψυχολογία των ανδρών που διαβάζουν αυτού του είδους τα έντυπα, ώστε να εξοικειωθώ με αυτήν την περίφημη "ανδρική" γραφή που μου είχαν ζητήσει να υιοθετήσω. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα, λοιπόν, από τα πονήματα που μου προέκυψαν την εποχή που χρειάστηκε να "γίνω" άνδρας (παρακαλώ να με συγχωρήσουν οι αναγνώστες για την ελευθεριάζουσα γλώσσα):
H ενεργητική- παθητική (και μέχρι εκεί) ομοφυλοφιλία ενός πολυάσχολου επιχειρηματία
Δεν ξέρω τι είναι τελικά καλύτερο σε αυτή τη ζωή: να έχεις πάρα πολλά χρήματα, κύρος, επιτυχία, τον κόσμο στα χέρια σου ή να είσαι ένας συνηθισμένος υπάλληλος, με τις απλές, καθημερινές σου σκοτούρες και αρκετό ελεύθερο χρόνο για να ζεις;
Κάθε πρωί, στις επτά ακριβώς, μπαίνω στην τουαλέτα. Ενώ πλένω τα δόντια μου με το δεξί χέρι, ψάχνοντας με το αριστερό τον αφρό ξυρίσματος –ποτέ δε χώνεψα τις ξυριστικές μηχανές, ο θόρυβός τους μου τσακίζει τα νεύρα- έρχεται στο μυαλό μου το ερώτημα, το ίδιο κάθε μέρα, σοβαρό κι αμείλικτο: «τι αξία έχει η ζωή αν δε γ***ς;»
Ύστερα –οι ίδιες κι απαράλλακτες κάθε πρωί κινήσεις, όμοιες με αυτές ενός ρομπότ- φτύνω την οδοντόκρεμα με δύναμη, απλώνω στα μούτρα μου τον αφρό και παρατηρώ για λίγο το είδωλό μου στον καθρέφτη: «γέρασες, βρε μαλ**α, σαν σκατόγερος έχεις γίνει, ένα ραμόλι σκέτο! Και αγάμητος, το κέρατό σου! Μια ζωή αφήνεις τα καλύτερα για μετά! Ας δουλέψω σήμερα και την πέφτω στη γραμματέα μου αύριο, ας κάνω μερικά τηλεφωνήματα ακόμα και π***ω τη γκόμενα αργότερα, ας πάω στο meeting και ερωτεύομαι μετά! Ε, λοιπόν, έφτασε το μετά αγόρι μου, και ξέρεις τι είναι αυτό που σου απομένει τώρα; Να διαλέξεις ξύλο για το αιώνιο κρεβατάκι σου! Τι προτιμά ο κύριος, καρυδιά ή δρυ;»
Σε αυτό το σημείο ακριβώς καταρρακώνομαι –κάτι που διαρκεί για όλη την υπόλοιπη ημέρα-, κλείνω την πόρτα της τουαλέτας στα μούτρα του αγενούς ειδώλου μου –μιλάμε για μεγάλο σκατομαλ**α!- ψεκάζομαι με τη Bulgari και πάω στη δουλειά.
Αυτός είναι ο χρόνος που μπορώ να διαθέσω κάθε μέρα για την προσωπική μου ζωή. Η διάρκειά του είναι τόσο μικρή που μπορώ άνετα να περιγράψω την κάθε του στιγμή μέσα σε δυο- τρεις μόλις παραγράφους. Κοίτα να δεις, φίλε μου. Αν καθίσω να τα επεξεργαστώ καλά όλα αυτά, μπορεί και να πάω να φουντάρω! Ο χρόνος που έχω στη διάθεσή μου για μένα δεν αντιστοιχεί παρά σε ελάχιστα λεπτά, τα οποία χρησιμοποιώ για να κατουράω, να ξυρίζομαι και να οικτίρω τον εαυτό μου για την κατάντια μου. Γιατί περί κατάντιας πρόκειται, αυτό είναι αναμφισβήτητο!
Αν μου τα έλεγες όλα αυτά πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια που ήμουν πάνω στα ντουζένια μου, θα μπορούσα να σε στραγγαλίσω. Ούτε που μου περνούσε τότε από το μυαλό ότι θα έφτανε μια μέρα που θα ζούσα σαν ευνούχος. Σήμερα, μπορεί άνετα κανείς να με πετάξει σε ένα χαρέμι και να μην ανησυχεί καθόλου μήπως του απαυτώσω τις γυναίκες.
Κι όμως, κάποτε τα πράγματα δεν ήταν έτσι, δεν ήταν καθόλου έτσι, παλιοκαραγκιόζη που κάθεσαι και μου τα χώνεις στο WC -ούτε να χέσω αξιοπρεπώς δεν με αφήνεις πια! Κάποτε –εντάξει, πριν πολλά χρόνια- ήμουν ένας κόκορας έτοιμος να χιμήξει πάνω σε όποια κότα παρουσιαζόταν μπροστά του. Δεν έκανα διακρίσεις. Μικρές, μεγάλες, ψηλές, κοντές, αδύνατες, αφρατούλες, όλες τις κανόνιζα και μου λέγανε κι ευχαριστώ! Αλλά τις ένδοξες εκείνες ημέρες ήμουν ένα υπαλληλάκι, φωτοτυπίες έβγαζα κι έφτιαχνα και κανέναν εσπρέσο Ήμουν ευτυχισμένος, όμως! Η μόνη μου σκοτούρα ήταν που θα βρω καμιά καλή γκόμενα για να ικανοποιήσω τις ακόρεστες ορέξεις μου. Και είχα απεριόριστο χρόνο για να καταστρώνω σχέδια αποπλάνησης για την καθεμιά που ήθελα να μου κάτσει.
Και μου κάθονταν, ρε γαμώτο! Είχα μεγάλες επιτυχίες, παρόλο που ντυνόμουν σαν χλέτσουρας και κατοικούσα μονίμως «αφράγκου γωνία». Ακόμα θυμάμαι κι ανατριχιάζω ολόκληρος την ημέρα που κατάφερα να ρίξω στο κρεβάτι την Άννα, την ιδιαιτέρα του Μεγάλου Αφεντικού. Η Άννα… Η Άννα ήταν αυτό που λέμε μ....α, μια επίγεια θεά, που είχε την ατυχία να παντρευτεί έναν κόπανο, έναν δικηγόρο που το μόνο που είχε στο μυαλό του ήταν πώς θα βγάλει λεφτά –κάποιον μου θυμίζει, σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ ποιον… - και της συμπεριφερόταν σαν να ήταν σκουπίδι.
Η Άννα ωστόσο δεν έδινε δικαιώματα σε κανέναν και πάντοτε ήταν με το χαμόγελο στο στόμα. Είχε πράσινα μάτια κι ένα πλούσιο καστανόξανθο μαλλί που της έφτανε ως το μπούστο. Τι μπούστο ήταν αυτό, μεγαλοδύναμε! Να χάνεις το μυαλό σου! Τριάρι και πάνω, στητό και σφιχτό, διαγραφόταν κάτω από τα πουκαμισάκια της σαν απαγορευμένος καρπός. Κάθε φορά που αναλάμβανα να της πάω καφέ στο γραφείο της, μετατρεπόμουν στον πιο ευτυχισμένο άντρα στον κόσμο. Μια φορά, θυμάμαι, τη βρήκα να κάθεται και να χαζεύει, με τα χέρια αφημένα πάνω σε μια στοίβα φωτογραφίες. Κοιτούσε το κενό και οι άκρες των μαλλιών της, ακουμπισμένες ακριβώς στην αρχή του στήθους της, έμοιαζαν με βέλη, στρατηγικά τοποθετημένα για να κατευθύνουν το βλέμμα του επισκέπτη στο σημαντικότερο αξιοθέατο του σώματός της. Εκείνη την ημέρα αποφάσισα ότι θα την έκανα δική μου πάση θυσία.
Και το κατάφερα ο π*****ς, πολύ σύντομα μάλιστα! Άρχισα να την πολιορκώ, να της κολλάω στεγνά. Αρχικά αντιμετώπιζε τις επιθέσεις μου με συγκατάβαση, σαν να προέρχονταν από κανένα παιδάριο – η αλήθεια ήταν ότι μου έριχνε καμιά δεκαριά χρονάκια- και της απέκρουε με το χαμόγελο. Μου έλεγε ότι είμαι ο μόνος άνθρωπος που την κάνω να γελάει, ότι διασκεδάζει με τα αστεία μου κι εγώ ένιωθα ότι η μεγάλη ημέρα πλησίαζε όλο και περισσότερο. Από κάποια στιγμή και μετά, όμως, άρχισε να συμπεριφέρεται περίεργα, να με αποφεύγει και να μετατρέπεται σε παγοκολόνα κάθε φορά που προσπαθούσα να την πλησιάσω. Αυτή της η στάση με πλήγωσε πολύ, με έκανε να θυμώσω: «Τι είμαι εγώ, κυρά μου, το παιχνιδάκι σου, γελάς καλά-καλά μαζί μου κι όταν με βαρεθείς με πετάς σαν στυμμένη λεμονόκουπα;». Ήμουν εξοργισμένος μαζί της, ήθελα να τη βρίσω, να τη φτύσω για τον τρόπο που με μεταχειρίστηκε και μετά να την ...
Και το έκανα, με αυτήν ακριβώς τη σειρά! Ένα βράδυ την πέτυχα μόνη της στο γραφείο και της τα έψαλα χοντρά για την αναισθησία της. Όταν συνήλθε από την επίθεση και με αποκάλεσε «κόπανο», τη χαστούκισα, την πέταξα με βία πάνω σε ένα γραφείο, της σήκωσα τη φούστα και της έδωσα να καταλάβει τι πάει να πει καψωμένος εικοσάρης! Το κάναμε μόνο μια φορά. Ύστερα, ντύθηκε, έστρωσε τα μαλλιά της και μου ζήτησε να ξεχάσουμε το περιστατικό, γιατί ήταν παντρεμένη γυναίκα. Της το υποσχέθηκα, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν την ξέχασα ποτέ. Η Άννα ήταν η μοναδική πραγματικά θερμή γυναίκα που γνώρισα. Σε σύγκριση με εκείνη, όλες οι άλλες δεν ήταν παρά ανόητα κοριτσάκια που παρίσταναν με γελοίο τρόπο τις πορνοστάρ.
Όπως η γυναίκα μου, ας πούμε… Αυτήν την κατατάσσω με άνεση στις χειρότερες ερωμένες που είχα ποτέ! Κάποτε, σε μια στιγμή έντονου θυμού, της το πέταξα και με καταράστηκε να μείνω αγάμητος κι ανικανοποίητος σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Είναι σαββατογεννημένη η ρουφιάνα και μου φαίνεται ότι έπιασε η κατάρα της…
Τη γυναίκα μου τη γνώρισα λίγα χρόνια μετά το σκηνικό με την Άννα. Είχα αρχίσει να ανεβαίνω στην ιεραρχία –είχα σταματήσει δηλαδή να φτιάχνω καφέδες για όλη την εταιρία και είχα αναλάβει μονάχα τον διπλό ελληνικό του διευθυντή marketing- και ήμουν καλεσμένος σε ένα πάρτι που διοργάνωνε το τμήμα μου προς τιμήν ενός στελέχους που θα αποχωρούσε. Η Κάτια ήταν κόρη του διευθυντή μου. Μας σύστησε ο Φώτης, ένας gay από το Δημιουργικό, με τον οποίο έκανε παρέα. Δεν τον πολυχώνευα τον μαλ**α, ήταν κουτσομπόλης και κακεντρεχής, αλλά τον είχα ανάγκη: είχα μάθει για την ύπαρξη μιας κόρης μόλις έναν μήνα πριν κι είχα μεθοδεύσει τα πράγματα ώστε να τη γνωρίσω και να της την πέσω όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Ο Φώτης μού ήταν απαραίτητος, χωρίς εκείνον δε θα κατάφερνα να την πλησιάσω, γιατί ήταν και σνομπ τρομάρα της!
Έτσι, αναγκάστηκα να γίνω κολλητός με τον Φώτη κι ήμουν αναγκασμένος να ακούω ολημερίς τις παπαρολογίες του για νύχια, μαλλιά, επώνυμες μάρκες και άλλα τέτοια κουραφέξαλα. Ήταν καλόκαρδο παιδί κατά βάθος, αλλά κάθε φορά που τον έβλεπα να μπαίνει στο γραφείο κουνιστός και λυγιστός, με τη Louis Vuitton παραμάσχαλα και ύφος βαμπ πρωταγωνίστριας του ’40, μου ερχόταν να τον τουφεκίσω και να κρεμάσω το τομάρι του και την καταραμένη τη Monogram του στην πλατεία απέναντι από την εταιρία....
Λοιπόν, πώς σας φαίνεται; Κάπως σαν Βίπερ- Νόρα για άνδρες, ε; Για πολλά χρόνια τα είχα τοποθετήσει στο πυρ το εξώτερον αυτά τα "αριστουργήματα", αλλά σκέφτομαι ότι κι αυτά "παιδιά" του μυαλού μου είναι, για κάποιο λόγο θα έκατσα να τα κάνω όλα αυτά!
Για την ιστορία, πάντως, το περιοδικό δεν κυκλοφόρησε ποτέ...
1 σχόλιο:
Want to be a pirate or maybe a police inspector?
As was mentioned above, we not solely offer free 카지노사이트 slots but additionally assist you to discover the most effective on-line casinos the place you can play them for real money
Δημοσίευση σχολίου