Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Η Γάτα

Η Αλίκη είχε μεγαλώσει στη "φάρμα των ζώων". Ξυπνούσε κάθε πρωί από το λάλημα των πετεινών και την αναστάτωση που δημιουργούσε στο κοτέτσι η διαπεραστική φωνή τους. Ντυνόταν βιαστικά, έριχνε μπόλικο κρύο νερό στο πρόσωπό της και έτρεχε στην αυλή όπου την περίμεναν οι γάτες, ένα σωρό από δαύτες, κεραμιδόγατες κάθε χρώματος και μεγέθους, καλόβολες και αιμοβόρες, παιχνιδιάρες, σκέτα ζιζάνια. Την υποδέχονταν με ενθουσιασμό, με τις ουρές τους να κουνιούνται σαν τρελές. Μερικές τρίβονταν όλο χαρά στα πόδια της, άλλες σκαρφάλωναν στην πλάτη και στα χέρια της, οι πιο δειλές την παρατηρούσαν από απόσταση, περιμένοντας υπομονετικά να περάσει ο πρώτος ενθουσιασμός των υπολοίπων για να πλησιάσουν διστακτικά και να εισπράξουν κι εκείνες τα πρωινά τους χάδια.
Ύστερα, πήγαινε να καθαρίσει τα κλουβιά των πουλιών. Σε κάθε γωνιά της αυλής κρέμονταν μικρά και μεγάλα πολύχρωμα κλουβιά, γεμάτα καναρίνια, καρδερίνες, παπαγαλάκια. Τιτίβιζαν όλα χαρούμενα με το που ξημέρωνε η ημέρα και μετατρέπονταν σε μικρές χνουδωτές μπαλίτσες όταν έφτανε η ώρα να κοιμηθούν. Τα παπαγαλάκια της τσιμπούσαν τα δάχτυλα, τα καναρίνια αντιδρούσαν πάντα με επιφυλακτικότητα στο άγγιγμά της, ενώ οι καρδερίνες πηδούσαν ασταμάτητα στα ψεύτικα κλαδιά των "σπιτιών" τους και δε σταματούσαν να κάνουν κούνια και να κρέμονται ανάποδα από τα κάγκελα των κλουβιών, ακόμα κι όταν εκείνη αναστάτωνε τον προσωπικό τους χώρο με το καθάρισμα.
Πολλές φορές, η Αλίκη ελευθέρωνε κρυφά κάποια από τα πουλιά, άνοιγε τις πορτούλες των κλουβιών τους ενώ δεν την έβλεπε κανείς, ήθελε να τα δει να πετούν ελεύθερα στον ουρανό... Αυτά ξεμύτιζαν μουδιασμένα, άνοιγαν δειλά τα φτερά τους, πετούσαν με προφύλαξη, πρώτα στα κάγκελα του μπαλκονιού, ύστερα στην κορυφή κάποιου μικρού δέντρου, και μετά στον ουρανό... Τα αποχαιρετούσε με δάκρυα χαράς και προσευχόταν να επιζήσουν και να είναι ευτυχισμένα...
Στη συνέχεια, ανέβαινε στον ημιτελή δεύτερο όροφο του σπιτιού, όπου φώλιαζαν δεκάδες περιστέρια. Πετάγονταν αλαφιασμένα με το που τα πλησίαζε, δημιουργώντας ένα απίστευτο πανδαιμόνιο κι αφήνοντας στον αέρα δεκάδες πούπουλα και φτεράκια που προσγειώνονταν αργά στο κεφάλι και την πλάτη της, κολλούσαν επάνω στα ρούχα της, τρύπωναν στη μύτη της. Όταν τα περιστέρια βεβαιώνονταν ότι δεν υπήρχε κίνδυνος, συγκεντρώνονταν χαρούμενα γύρω της, έτρωγαν από τα χέρια της, τα πιο ανυπόμονα τσιμπούσαν τα υπόλοιπα για να προλάβουν να φάνε περισσότερο, τα μικρότερα σε ηλικία χοροπηδούσαν στο έδαφος με τον αδέξιο, αστείο τρόπο τους.
Μετά είχαν σειρά οι γαλοπούλες, τόσο άσχημες οι καημένες, με αυτό το ανοικονόμητο βάδισμά τους, τα μακριά, ζαρωμένα τους λειριά, χοντρούλες, με τσιριχτές φωνές. Αυτές τις φοβόταν λίγο, γίνονταν τεράστιες όταν άνοιγαν τα φτερά τους και μπορούσαν να τρέξουν πολύ γρήγορα. Τις τάιζε από μακριά και έτρεχε πίσω στο σπίτι.
Όταν μεγάλωσε λίγο, η Αλίκη απέκτησε τον πρώτο της σκύλο, ένα πανέμορφο θηλυκό κουτάβι. Τότε ήταν που κατάλαβε πόσο στενά μπορεί να συνδεθεί ένα ζώο με έναν άνθρωπο. Περνούσε όλο τον ελεύθερο χρόνο της με το σκυλί, έκαναν ατέλειωτες βόλτες η μια δίπλα στην άλλη, κοιμόντουσαν μαζί, τα βράδια κάθονταν νωχελικά στην αυλή και κοιτούσαν αμίλητες τα αστέρια...
Το σκυλί ήταν διατεθειμένο να ξεπεράσει κάθε φόβο του προκειμένου να είναι μαζί της -κι εκείνη το ίδιο, άλλωστε- και δε δίσταζε να τσαλαβουτά στη θάλασσα, όποτε η Αλίκη ήθελε να κάνει μπάνιο, να ισορροπεί επικίνδυνα στο καλαθάκι του ποδηλάτου της για να κάνουν "πιο μακρινές βόλτες", να "τσακώνεται" με τις γηραιές γάτες του σπιτιού για να έχει όλη της την προσοχή στραμμένη επάνω του.
Η Αλίκη πέρασε 10 ολόκληρα χρόνια από τη ζωή της μαζί με αυτό το σκυλί.
Ύστερα, ήρθε ένα άλλο, αρσενικό, ζημιάρικο και μπουνταλάδικο, αλλά απόλυτα ερωτευμένο μαζί της κι εκείνη με αυτό. Την ξεθέωνε, βέβαια, ήθελε να παίζει και να τρέχει διαρκώς, να κυλιέται στο χώμα, στα νοτισμένα από την υγρασία χορταράκια, να εξερευνά κάθε γωνιά της μικρής γειτονιάς, την πόλη ολόκληρη αν ήταν δυνατόν...
Μαζί του κι η Αλίκη, ασθμαίνοντας από το τρέξιμο και τα χοροπηδητά, εξαντλημένη αλλά χαρούμενη όσο και ο σκύλος, σαν τα μικρά παιδιά...
Όταν η Αλίκη μεγάλωσε αρκετά, έφυγε από τη "φάρμα" για να φτιάξει τη δική της οικογένεια. Μετακόμισε σε ένα άλλο σπίτι, ένα διαμέρισμα στο κέντρο της μικρής πόλης. Εκεί, δεν μπορούσε να πάρει κανένα ζώο μαζί της, ο χώρος ήταν ασφυκτικός κι η Αλίκη είχε μάθει να βλέπει τα ζώα να ζουν ελεύθερα, δεν ήθελε να τα περιορίσει...
Για μερικά χρόνια, αναγκάστηκε να ζει χωρίς τα αγαπημένα της πλάσματα. Φρόντιζε βέβαια να ταΐζει όλα τα αδέσποτα ζωάκια της γειτονιάς, να τους δίνει άφθονο νερό το Καλοκαίρι, για να αντέχουν τη ζέστη, να περιθάλπει όσα από αυτά χρειάζονταν βοήθεια. Η έλλειψη όμως ενός δικού της ζώου, η συγκατοίκηση μαζί του, της έλειπε πολύ.
Κάθε βράδυ, ονειρευόταν ότι αποκτούσε ένα καινούριο, μεγάλο σπίτι, όπου μπορούσε να έχει όσα ζώα ήθελε και να ζει ευτυχισμένη μαζί τους όπως παλιά...
Ήξερε βαθιά μέσα της ότι το όνειρο αυτό θα γινόταν κάποια στιγμή πραγματικότητα, αλλά ανυπομονούσε, όπως έκανε πάντα όταν ήθελε κάτι πάρα πολύ.

Μια μέρα, μια φίλη τής είπε ότι είχε βρει στο δρόμο τρία γατάκια, κι αν ήθελε μπορούσε να διαλέξει ένα. Άδραξε την ευκαιρία! Επιθυμούσε σκύλο, βέβαια, αλλά σκέφτηκε ότι η γάτα δε χρειάζεται τόση φροντίδα και εκπαίδευση, είναι ένα πιο ανεξάρτητο ζώο, μικρόσωμο και εύκολο να βολευτεί στο μικρό διαμέρισμα. Βέβαια, ήξερε εδώ και αρκετά χρόνια ότι ήταν αλλεργική στις γάτες -αυτός ήταν και ο λόγος που οι γάτες της "φάρμας" δεν έμπαιναν ποτέ μέσα στο σπίτι- αλλά μεταξύ σωματικής και ψυχικής υγείας, η Αλίκη προτιμούσε να διακυβεύσει την πρώτη, τέτοια ήταν η λαχτάρα της!
Επισκέφτηκε τη φίλη της την ίδια κιόλας ημέρα. Τα γατάκια ήταν πανέμορφα! Λευκό το "φόντο" του τριχώματός τους, με μικρές στάμπες χρωμάτων στα κεφάλια, τα αυτάκια και τις ουρές τους, ένα αρσενικό και δύο θηλυκά, όλα σαν κουνελάκια, χνουδωτά και μαλακά. Την τράβηξε το αρσενικό γιατί φαινόταν χαδιάρικο και έτοιμο να αφοσιωθεί σε κάποιον. Τα δύο θηλυκά έδειχναν κάπως αδιάφορα -το ένα από τα δύο μάλιστα φάνηκε να ενοχλήθηκε από την παρουσία της και έτρεξε να πάρει ανάσα στο μπαλκόνι. Το άλλο ήταν κάπως φοβισμένο, η Αλίκη θεώρησε ότι δε θα ήταν σωστό να το πάρει, η αλλαγή περιβάλλοντος μάλλον θα του έκανε κακό.
Έστρεψε ξανά το βλέμμα της στο αρσενικό, που είχε ξαπλώσει νωχελικά δίπλα της και την κοιτούσε με μισόκλειστα μάτια... "Μάλλον αυτό...", ετοιμαζόταν να πει, όταν...
ένιωσε ένα ζευγάρι μάτια να την κοιτούν διαπεραστικά από την άλλη άκρη του δωματίου... Γύρισε και είδε το θηλυκό που την είχε αγνοήσει στην αρχή, να τη "ζυγίζει" με μεγάλη προσοχή, σαν να της έκανε ένα είδος ψυχογραφήματος. Δεν είχε ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Το ζώο φαινόταν λες και επεξεργαζόταν μέσα από τα τεράστια μάτια του μια σειρά δεδομένων, σαν μικρός υπολογιστής... Πριν προλάβει να συνέλθει από την έκπληξη η Αλίκη, η γάτα έδωσε μια και πήδηξε επάνω στην ποδιά της. Έκατσε εκεί "με το έτσι θέλω", χωρίς να νοιαστεί καθόλου για την εντύπωση που έκανε η κίνησή της, κουλουριάστηκε, βολεύτηκε κι άρχισε να γουργουρίζει από ευχαρίστηση...
Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια: